Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

"Διπλός Δεσμός" : Μπλοκάρισμα του νου φέρνει η κρίση

Αναδημοσιεύουμε από : Συσπείρωση Δημοσιογράφων - Δούρειος Τύπος

Του Νίκου Σιδέρη*


Ενα πένθιμο μούδιασμα ορίζει το ψυχολογικό στίγμα της κρίσης. Η πένθιμη χροιά οφείλεται στις πολλαπλές απώλειες που βιώνουν οι άνθρωποι: Χάνουν υλικές απολαβές. Χάνουν το σύμπλεγμα διασκεδαστικής αυταπάτης που καλλιεργούσε ο καταναλωτικός ναρκισσισμός, δηλαδή φαντασιακές ευχαριστήσεις. Χάνουν την εμπιστοσύνη τους στον κόσμο, στον άλλον και σε ό,τι καλό κι αγαπητό έβλεπαν στον εαυτό τους. Η απώλεια τόσο της υλικής κατάστασης όσο και της ηδονικής αυταπάτης προκαλεί ένα βίαιο πένθος. Ωστόσο, η δεσπόζουσα ψυχολογική ιδιαιτερότητα της παρούσας κρίσης αντιστοιχεί στο μούδιασμα της σκέψης, του λόγου και της πράξης, που ορίζει τη στάση των ανθρώπων, ιδιαίτερα όσων πλήττονται εξοντωτικά από την κρίση.

Ο κύριος ψυχοδιανοητικός μηχανισμός του μουδιάσματος ονομάζεται «διπλός δεσμός». Αντιστοιχεί στην εμπλοκή της σκέψης, που προκύπτει όταν οι άνθρωποι γίνονται στόχος παράδοξων μηνυμάτων που αλληλοακυρώνονται, χωρίς να επιτρέπεται να σκεφτείς σχετικά μ’ αυτό το παράδοξο. Στην Ελλάδα της κρίσης, αυτή η επικοινωνιακή μηχανή παραγωγής διανοητικής εμπλοκής συνίσταται στο εξής σύμπλεγμα: Ενα πρώτο μήνυμα λέει «Αν αντισταθείς, χάθηκες» (=πτώχευση, καταστροφή…). Ενα δεύτερο μήνυμα λέει «Αν υποκύψεις, χάθηκες» (=ανεργία, φτώχεια, μιζέρια, απόγνωση…). Κι ένα τρίτο απαγορεύει τη σκέψη, εφ΄ όσον «Είναι μονόδρομος» γιατί «Το είπε η τρόικα». Με απλά λόγια: Αν πεις ναι, χάθηκες. Αν πεις όχι, χάθηκες. Και απαγορεύεται να σκεφτείς και να σχολιάσεις αυτό το παράδοξο κλουβί της σκέψης.

Η παρατεταμένη εμβάπτιση των ψυχών σ’ αυτό το παράδοξο περιβάλλον επικοινωνίας τελικά εσωτερικεύεται και λειτουργεί ως φίλτρο/κώδικας ανάγνωσης και αναπαράστασης της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από την άμεση παρουσία όλων των προηγούμενων συστατικών: Εδώ οφείλεται και η κοινή αίσθηση ότι «οι άνθρωποι είναι τρελαμένοι / τα ‘χουν παίξει/είναι ζαλισμένοι» κ.τ.ό.


Ο διπλός δεσμός, ως ακραίο υπόδειγμα παράδοξης επικοινωνίας και επίθεσης στους ίδιους τους μηχανισμούς της σκέψης, δεν παράγει μόνο αίσθηση παραφροσύνης των πνευμάτων και των πραγμάτων. Αλλά και υπονόμευση, εμπλοκή και αδρανοποίηση της ικανότητας των ανθρώπων να σκέφτονται –και, κατά μείζονα λόγο, να σκέφτονται νηφάλια και ορθολογικά. Προφανώς, μια τέτοια επικοινωνιακή καταιγίδα, μέσα από το μούδιασμα που παράγει, καλλιεργεί ψυχολογία νεο-ραγιαδισμού και καθιστά ανέφικτη τη συγκροτημένη αντίσταση και κινητοποίηση, ακόμη και εκείνων που πλήττονται βαρύτατα.

Το επικοινωνιακό περιβάλλον του διπλού δεσμού διαμορφώθηκε στα χρόνια της πολιτικής διαχείρισης του Μνημονίου και κορυφώθηκε στις εκλογές του 2012. Τότε απογειώθηκε πολιτικά και εκλογικά και η «Χρυσή Αυγή», η οποία ακριβώς προβάλλει και ασκεί την άρνηση της σκέψης – δηλαδή, το πυρηνικό παράγωγο του διπλού δεσμού. Επειδή η νύχτα της σκέψης απολήγει σε Χρυσή Αυγή. Ενώ ταυτόχρονα παρέχει διέξοδο στην αδιαμεσολάβητη από τη σκέψη οργή και εκδίκηση με προσφυγή στη δαιμονοποίηση του άλλου (ρατσισμός = ανθρωποφαγικός εθνικισμός) και στην ωμή δύναμη. Που παράγει όχι απλώς εργαλειακή χρήση, αλλά απόλαυση της βίας, συνηχώντας με βαθύτατα ρεύματα σαδισμού και καταστροφικότητας που ενυπάρχουν στον ανθρώπινο ψυχισμό – και, όταν καταλυθεί η πλαισίωσή τους και η αναχαίτισή τους από τη σκέψη και τον πολιτισμό, οδηγούν εδώ που οδήγησαν.

Παράλληλα, το μούδιασμα ερμηνεύει και την πολιτική και δημοσκοπική λίμναση της απήχησης της αντιπολίτευσης, που παραμένει «ακατανόητη» με όρους οικονομίστικης ανάλυσης, αλλά και κάθε πολιτικής ανάλυσης από την οποία λείπουν πρόσφορα εννοιολογικά εργαλεία, όπως ο διπλός δεσμός. Και τα ισχυρότερα επιχειρήματα πάνε χαμένα όταν συναντούν μυαλά μπλοκαρισμένα, ανίκανα να σκεφτούν. Οσο λοιπόν η αντιπολίτευση δεν ασχολείται με την αποδόμηση του διπλού δεσμού, παραβλέποντας την εμπλοκή των ψυχών, οι άνθρωποι θα παραμένουν μουδιασμένοι και πολιτικά καθηλωμένοι.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………


* Ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας. Στο βιβλίο του «Μιλώ για την κρίση με το παιδί» (Μεταίχμιο 2013) αναλύεται διεξοδικά η Πολιτική Ψυχολογία της κρίσης και ο μηχανισμός του διπλού δεσμού.



Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Η Μικρά Αγγλία και η Πηνελόπη Τσιλίκα κέρδισαν τα πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ Σαγκάης














Η τρομερή Πηνελόπη Τσιλίκα, η δραματική Όρσα της "Μικράς Αγγλίας" πήρε το πρώτο βραβείο γυνακείας ερμηνείας στο Σαγκάης 2014

Και εις ανώτερα, στα Oscar


Ρεπορτάζ Φωτογραφίες εδώ

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Το ταπεινό, λαμπρό κομμάτι Ευρώπης που μας έλαχε: Για την εκλογή της Κωνσταντίνας Κούνεβα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο


Πηγη:After Crisis

Το ταπεινό, λαμπρό κομμάτι Ευρώπης που μας έλαχε:
Για την εκλογή της Κωνσταντίνας Κούνεβα
στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο


του Γιώργου Β. Ριτζούλη
Θα ήθελα πολύ, σ' αυτές τις ευρωεκλογές, να εκλεγόταν ένας Έλληνας ευρωβουλευτής μέσω Ιταλικού ή Κροατικού ευρωψηφο- δελτίου. Ή να εκλεγόταν μια Ελληνίδα στο Στρασβούργο μέσω Βουλγαρικού ή Ρουμανικού. Θα ήθελα εξίσου έναν Κροάτη και μιαν Ιταλίδα εκλεγμένους με Ελληνικά ευρωψηφοδέλτια.
Ωστόσο αυτό ήδη συνέβη, άν και όχι σε τόσο μεγάλη έκταση: οι πολίτες της Ελλάδας έχουμε εκλέξει στην Ευρωβουλή την Κωνσταντίνα Κούνεβα.
Η Ελλάδα, χώρα κατεξοχήν Μεσογειακή και Βαλκανική (ή για όσους το προτιμούν, χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης), είναι “οριακή Ευρώπη και “στα όρια της Ευρώπης”. Όμως δεν είναι η μόνη. Και έτσι δεν είναι καθόλου μοναχική. Η Βουλγαρία, η Ρουμανία (ήδη χώρες - πλήρη μέλη της ΕΕ), εξίσου και η νεότερη στην παρέα Κροατία, αύριο και οι υπό σύνδεση χώρες της Βαλκανικής, είναι το ιδιαίτερο κομμάτι που μας έλαχε, μιας ενωμένης αλλά πάντα εύθραυστης Ευρώπης. Το ίδιο και η Μεσογειακή Ιταλία, χώρα με διαφορετική ιστορική διαδρομή: ωστόσο τα “γεφύρια του Ιονίου” συχνότατα την συνέδεαν πολύ στενά με τις τύχες του Ελλαδικού χώρου, ήδη από την εποχή της Μεγάλης Ελλάδας και του Πελοποννησιακου Πολέμου.
Γκαλλιτσιάνο, Καλαβρία, Ν. Ιταλία

Στην ιστορία των εθνών πουθενά δεν υπάρχει παράδεισος και η ιστορία της δικής μας, ταπεινής και ένδοξης γωνιάς της Ευρώπης είχε και αυτή πολύ δάκρυ, αίμα και πόνο. Οι Έλληνες και οι Βούλγαροι έγιναν πολλές φορές εχθροί. Ο σκληρός Εικοστός αιώνας μόνον, μας έφερε τρείς φορές σε πολεμική αντιπαλότητα, στον Δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Και τις δύο φορές η εξουσία τους συμμάχησε με τους αντιπάλους μας, τη δεύτερη φορά ήταν οι ναζιστές. Ενώ η φασιστική Ιταλία της εποχής του Μουσσολίνι εισέβαλε στη χώρα μας κι εμείς κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε: τους αποκρούσαμε και μεταφέραμε τον πόλεμο στη γειτονική χώρα, μια χώρα κατακτημένη από τον δικτάτορα της Ιταλίας.
Ωστόσο, εδώ και μερικές δεκαετίες ειρήνευσε η γραμμή που χωρίζει Γάλλους και Γερμανούς δίπλα στον Ρήνο, το πιό αιματοβαμμένο σύνορο στην ιστορία της Ευρώπης. Και η Πολωνία δεν είναι πια το έπαθλο που κάθε φορά διαμοιράζονται - ξεσχίζοντάς το - οι δύο μεγάλοι γείτονες, οι δυνατές “αρκούδες” στα δυτικά και στα ανατολικά της. Έτσι και το κοινό βουνό μας της Ροδόπης, δεν είναι πια σύνορο που χωρίζει εχθρούς, πέρασμα για τους στρατούς των ελληνοκτόνων και βουλγαροκτόνων της ιστορίας. Είναι πια διάβαση για ειρηνικούς τουρίστες, τόπος για να χαίρεσαι την πανέμορφη φύση με την ποικιλομορφία των φυτικών και ζωικών πλασμάτων της, αλλά και πέρασμα χωρίς δασμούς προϊόντων που αγοράζονται και πουλιούνται σε μια ενιαία αγορά. Και από τότε που κανείς δεν μπορεί πια να ξεστομίσει την φράση mare nostrum (μια ύβρις για την ποικιλομορφία του Μεσογειακού κόσμου), το Ιόνιο είναι θάλασσά μας και εξίσου θάλασσά τους.
Ροδόπη, φθινόπωρο
Το “μεγάλο όλον” και η ποικιλομορφία των “μικρότερων όλων”
Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμα της ενωμένης Ευρώπης, ή μάλλον της υπό ενοποίηση Ευρώπης. Το επίτευγμα αυτό το χρωστάμε σ' ένα βασικό της χαρακτηριστικό: παρά τις δυσκολίες, παρά την ανεπάρκεια του σημερινού του πολιτικού προσωπικού, του δεμένου με τους ισχυρούς του χρήματος με ιδιοτελείς δεσμούς, σήμερα μέσα στο “μεγάλο όλον, στην Ένωση, διατηρείται η ποικιλότητα των πολλών “μικρότερων όλων”, δηλαδή των εθνών ή και των περιφερειών. Έτσι, ούτε το μεγάλο όλον γίνεται μονολιθικός γίγαντας (ως γνωστόν, οι τέτοιοι γίγαντες συχνά είναι και κακοί και ηλίθιοι), ούτε το κάθε μικρό όλον μπαίνει στον πειρασμό να σκοτώσει ένα άλλο, γειτονικό μικρό όλον. Γιατί είναι μέλη του ίδιου, μεγάλου σώματος και μόνον ενός σαλεμένου ή υποψήφιου αυτόχειρος το χέρι, θα τραυμάτιζε το στήθος ή το κεφάλι του.
Η εκλογή μιας Βουλγάρας ως ευρωβουλευτού μέσω Ελληνικού ευρωψηφοδελτίου, εκτός από τα άλλα πικρά αλλά εξαιρετικά σημαντικά που συμβολίζει το συγκεκριμένο πρόσωπο και η ζωή του (και δεν χρειάζεται να τα αναφέρω, είναι πασίγνωστα), είναι επιπλέον ένας ισχυρότατος συμβολισμός αυτού του ευρωπαϊκού κεκτημένου: Στα εύκολα και στα δύσκολα, στην τύχη και στην ατυχία, σε εποχές παχειών ή ισχνών αγελάδων, εμείς οι γείτονες που ζούμε στην “οριακή Ευρώπη”, σε μια μίζερη εποχή, είμαστε πια εταίροι με κοινό πεπρωμένο. Ο μισθός της πείνας στη μία πλευρά, η χωρίς δικαιώματα εργασία και η δολοφονική βία της ανεξέλεγκτης εργοδοσίας στην άλλη, παντού η ανεργία, είναι η αντίστροφη, καταστροφική πλευρά αυτής της ευεργετικής εξομοίωσης στην ειρήνευση.
Μηδενί συμφορὰν ὀνειδίσῃς· κοινή γαρ ἡ τύχη και το μέλλον όρατον (Ισοκράτης).
Έτσι, η παρέμβαση στο κοινό μας ευρωπαϊκό “μεγάλο όλον”, είναι για τις ταλαιπωρημένες κοινωνίες μας μονόδρομος, άν θέλουν να πάρουν την κοινή τύχη στα χέρια τους. Και για να είναι αποτελεσματική, δύο είναι οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές: η ισχύς εν τη ενώσει - ο καθείς και τα όπλα του (Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί).
Η μικρή περιφερειακή σύγκλιση της ιδιαίτερης μας Βαλκανικής και Μεσογειακής οριακής Ευρώπης, είναι ισχύς και όπλο για να έχουμε βάσιμες ελπίδες να πετύχουμε τη αναγκαία σύγκλιση του “μεγάλου όλου, την ευρωπαϊκή. Μια σύγκλιση οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική και κυρίως πολιτική, δημοκρατική. Ίσως μάλιστα έτσι, εμείς, η μικρή, φτωχή και ταπεινή περιφερειακή ζώνη της Ευρώπης, στη Βαλκανική ή στη Μεσόγειο, καταφέρουμε να δώσουμε και ένα χέρι βοήθειας στη μεγάλη, πλούσια και ένδοξη Ευρώπη του πυρήνα. Την ώρα που αυτή χάνει το βηματισμό της και τρεκλίζει, στις δύο ακτές του καναλιού της Μάγχης, φλερτάροντας στα μισοαστεία και στα μισοσοβαρά, με φωνακλάδες του νησιώτικου απομονωτισμού ή με όσους δίπλα στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη, φιλοδοξούν να προσθέσουν τη λέξη ιδιοτέλεια.
Miroslav Krleža
Ο συγγραφέας Μίροσλαβ Κρλέζα (Miroslav Krleža), τη δική του Ρωμαιοκαθολική, αλλά εξίσου οριακή και Βαλκανική Κροατία, αντίπερα της γραμμής στον ποταμό Δρίνο που διαίρεσε τη Ρωμαική Αυτοκρατορία σε Ανατολική και Δυτική, την αποκαλούσε χώρα έξω απο τα τείχη της Χριστιανικής Ευρώπης (“Αntemurale Cristianitatis”), “χώρα τοποθετημένη πρό των τειχών”, χώρα που προστάτευσε την Ευρώπη σαν πρώτη γραμμή άμυνας. Το ίδιο που ισχύει για την Κροατία, ισχύει ακριβώς και για την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ιταλία, τη Ρουμανία.
Η πλούσια Ευρώπη των μεγάλων εθνών, είπε ο Κρλέζα, δεν θ' άντεχε στην ιστορική της διαδρομή, χωρίς την μικρή και φτωχή περιφερειακή της ζώνη, στη Βαλκανική ή στη Μεσόγειο.
Μήπως, αυτό που είπε τότε για τις παλιές ιστορίες ο Κρλέζα, με άλλο τρόπο ισχύει και τώρα, στον καιρό της κρίσης;

Συγχαρητήρια Κυρία Κούνεβα.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Δημοκρατικοαριστερά Καραγκιοζιλίκια με ex Pasok celebrities


Η θλιβερή εικόνα των εξαθλιωμένων Αρσένη Κοππά να περιφέρουν την τηλε εικόνα τους είναι γνωστή. Οι τύποι διορισμένοι από τον ΓΑΠ αρνήθηκαν να παραδόσουν την ευρω έδρα, με επινοήσεις και δικαιολογίες κατάλληλες μόνο για δίποδα του ζωικού βασιλείου.

Καλά ο  pseudodimar Συριζα ως νεοπασοκική μετάλλαξη διακαιούται να συνεργαστεί με τον καθένα και στο κάτω κάτω τι είναι ο Αρσένης για τον Συριζα; Μαιντανός

Αλλά το χάλι η Κοππά να είναι η επίσημη εκπρόσωπος της Δημαρ είναι απερίγραπτο.

Δηλαδή με διορισμό από τον ΓΑΠ, "σπρώξιμο" απο τον insider συζυγο στα Media, και λίγη κακουχία στην Δημαρ γίνεσαι εκπρόσωπος κόμμματος της λεγόμενης ανανεωτικής αριστεράς;

Ω ρε που πάαμε, που πάαμε ρεεε;;;;

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Η αισιοδοξία δεν είναι αδύνατη: "Δεν Ξεχνάμε"

Την Κυριακή εμφανίστηκε στην Πλατεία Ελευθερίας στον Κορυδαλλό ένα απλό ασπρόμαυρο περίπτερο.Είχε μοναδική ταμπέλα τη φράση "Δεν Ξεχνάμε".

Στο περίπτερο είχε στηθεί μια κάλπη όπου οι πολίτες έγραφαν τις προτάσεις, αντιρρήσεις, για τον επόμενο Δήμαρχο.

Οι φάτσες που περιτριγύριζαν το περίπτερο, φρέσκες, νεανικές, χαλαρές

Οι φάτσες , το περίπτερο , η κάλπη έκρυβαν μια μοναδική έκλπηξη

Η ομάδα "Δεν Ξεχνάμε" αποτελείται από φίλους του Π.Φύσσα η οποία κάθε μήνα στις 18 , κάνει μια κοινωνική δράση χωρίς οικειοποίηση  μεμοναδικό στόχο την προσφορά:το άδολο καλό.

Εδώ ευρίσκεται το Facebook της ομάδας η οποία αποκαλύπτει μια τρομερή εργασία , ένα κοινωνικό έργο εθελοντικό, σχεδόν ανώνυμο.

Η αισιοδοξία δεν είναι εύκολη σε αυτές τις εποχές , αλλά δεν είναι αδύνατη

 

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Δεν μας τα λες καλά κυρ Καμίνι.....


Πηγή: Left Gr

Μείζον πολιτικό θέμα δημιουργεί η στάση της κυβέρνησης και του Δήμου Αθηναίων στη δίκη των πρωταγωνιστών του μεγάλου σκανδάλου των εταιριών Energa και Hellas Power, που καταχράσθηκαν 250 εκατ. ευρώ από το "χαράτσι" της ΔΕΗ και τον ειδικό φόρο ηλεκτρικού ρεύματος - τα οποία εισέπρατταν και δεν απέδιδαν. Ενώ τη ζημία αυτή έχουν υποστεί κυρίως το Δημόσιο και ο Δήμος, «περιέργως» - από ολιγωρία ή για άλλους λόγους - δεν παρίστανται ως πολιτική αγωγή στη δίκη, ελαφρύνοντας ουσιαστικά τη θέση των κατηγορουμένων. Συνειρμούς προκαλεί και το γεγονός ότι την υπεράσπιση του βασικού κατηγορούμενου έχει αναλάβει ο κοινοβουλευτικός εκποσωπος της ΝΔ Μάκης Βορίδης, για τον οποίο ανακύπτει ζήτημα τουλάχιστον ηθικής τάξεως (πληροφορίες: sofokleousin.gr).

Η ανακοίνωση του γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ:
«Το πρωτοφανές σκάνδαλο με τις ιδιωτικές εταιρίες Energa και Hellas Power, που εισέπρατταν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για λογαριασμό της ΔΕΗ από το "χαράτσι" και τα δημοτικά τέλη χωρίς ποτέ να τα αποδίδουν στο Δημόσιο, εκθέτει τώρα την κυβέρνηση, αλλά και τον δήμαρχο Αθήνας κ. Καμίνη.
Την ίδια στιγμή που οι Έλληνες πολίτες αντιμετωπίζουν τις κατασχέσεις για ελάχιστα χρέη, το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Αθήνας δεν παρέστησαν στη δίκη των υπευθύνων της εταιρίας που κατηγορούνται για υπεξαίρεση 250 εκ. ευρώ για να διεκδικήσουν τα οφειλόμενα ως πολιτική αγωγή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δικηγόρος των υπευθύνων του σκανδάλου είναι ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ κ. Βορίδης, αποκαλύπτοντας έτσι το πέπλο διαπλοκής γύρω από την προσπάθεια αθώωσης όσων καταχράστηκαν τεράστια ποσά εις βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων.
Οι κ.κ. Στουρνάρας και Καμίνης οφείλουν να δώσουν τώρα εξηγήσεις και να σταματήσουν να καλύπτουν τους “ημετέρους” τους».

Η δήλωση του Υπευθύνου του Τομέα Ενέργειας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ και Βουλευτή Μεσσηνίας Θανάση Πετράκου:
«Μείζον πολιτικό θέμα προκύπτει για την κυβέρνηση Σαμαρά διότι ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομικών κος Στουρνάρας δεν παρέστη ως πολιτική αγωγή στην δίκη των υπευθύνων των εταιρειών Energa και Hellas Power οι οποίοι υπεξαίρεσαν και καταχράστηκαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο περισσότερα από 250 εκατομμύρια ευρώ μέρος των οποίων ήταν και το «Χαράτσι της ΔΕΗ» το οποίο εισέπραξαν αλλά ουδέποτε απέδωσαν στο δημόσιο. Είναι ιδιαίτερα προκλητικό ενώ το Υπουργείο Οικονομικών προχωράει σε κατασχέσεις για οφειλές που δεν ξεπερνούν τις μερικές χιλιάδες να καλύπτει τους υπεύθυνους των συγκεκριμένων εταιρειών οι οποίοι ΚΑΤΑΧΡΑΣΤΗΚΑΝ δημόσια έσοδα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η μη παράσταση του Υπουργείου Οικονομικών ως πολιτική αγωγή συνιστά παράβαση καθήκοντος και για τον κ. Στουρνάρα και για την κυβέρνηση συνολικά.
Ο υπουργός Οικονομικών και η κυβέρνηση οφείλουν να λογοδοτήσουν και θα λογοδοτήσουν σύντομα στον Ελληνικό Λαό γιατί χαρίζουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στους καταχραστές και απατεώνες.

Εκτός βέβαια από την παράβαση καθήκοντος η κυβέρνηση και ιδιαίτερα η Ν.Δ. είναι υπολογη και για σαφείς ενδείξεις διαπλοκής ,διότι τι άλλο μπορεί να σημαίνει όταν δικηγόρος των υπευθύνων του σκανδάλου είναι ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της κος Βορίδης. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στην Ν.Δ. ότι το νόμιμο δεν είναι πάντα και ηθικό

Ο κ. Στουρνάρας οφείλει να απαντήσει αν υπήρξε παρέμβαση του Κ.Ε. της ΝΔ για να μην παραστεί το Υπουργείο Οικονομικών ως πολιτική αγωγή ώστε να διευκολυνθεί στο έργο του κ. Βορίδη δηλαδή η αθώωση των κατηγορουμένων.
Τέλος έκθετος και υπόλογος είναι και ο κος Καμίνης και οφείλει να δώσει εξηγήσεις στους δημότες του Δήμου Αθηναίων γιατί αποφάσισε να μην παραστεί ως πολιτική αγωγή ο Δήμος Αθηναίων παρόλο που οι εταιρείες αυτές καταχράστηκαν πολλά εκατομμύρια ευρώ δημοτικά τέλη.

Ο Ελληνικός λαός θα απαντήσει με την ψήφο του στις 25 ΜΑΙΟΥ στην κυβέρνηση της διαπλοκής και της παράβασης καθήκοντος και η απάντηση του θα είναι πολύ σκληρή».

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Μα τι λέει;



Ο Γ.Βαρουφάκης δηλώνει με ένα κείμενο στο ιστολόγιο του την υποστήριξη στον Συριζα (εδώ)

Διαβεβαιώνει τους πάντες ότι  δεν θα αλλάξει καμία Ευρωπιακή Συνθήκη  (cumbersome Treaty changes ) δηλαδή και τη Δανειακή Σύμβαση;

Κατόπιν  παραπέμπει σε άρθρο του  όπου περιγράφει ότι ο Συριζα στην κυβέρνηση θα οδηγήσει σε έξοδο καταθέσεων στο (In the meantime, a victory might also cause a moderate bank run among depositors fearing an ECB suspension of liquidity provisions to the Greek banks.)  (εδώ)

Ο ΓΒ από την ασφάλεια των ΗΠΑ μπορεί να λέει ότι θέλει

Για να διατηρήσει το κύρος του , ανακοινώνει το αυτονόητο ( την έξοδο των καταθέσεων) ,διαβεβαιώνει για την σταθερότητα των Ευρωπαικών συνθηκών , χωρίς να κάνει καμία νύξη για την Δανειακή Σύμβαση.

Πως ακριβώς υποστηρίζει τον Συριζαι; Προβλέποντας έξοδο καταθέσεων;

Μάλλον υποστηρίζει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας τον Συριζα.

Μα ακριβώς μόνο τον εαυτό του.

Ξέρεις τι ωραίο είναι να είσαι "ετερόδοξος" οικονομολόγος με την ασφάλεια των ΗΠΑ διακινώντας δυο τρεις απόψεις ταυτόχρονα;


Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Η άτσαλη συνεννόηση με το "βαθύ" κράτος

Στα πλαίσιο του Compromesso Storico a la Ελληνικά γίνονται και λάθη.

Ως γνωστόν ο Ελληνικός Ιστορικός Συμβιβασμός είναι θεατρικός.Δεν ομολογείται ρητά αλλά δομείται στο υπέδαφος μιας επιφανειακής οξύτητας.Ο Συμβιβασμός δεν έχει στοιχεία "προδοσίας" αλλά είναι η λογική των εξελίξεων όπως αυτή περιορίζεται από την πολύπλοκη αρχιτεκτονική των επίδικων.

Στα πλαίσια του "Συμβιβασμού" ο Συριζα σε προφανή ανομολόγητη συνεννόηση με τους άτυπους εκπροσώπους του "κράτους" ορίζει την Σαμπίχα.Οι γνωρίζοντες αντιδρούν και η υποψήφιοτητα αποσύρεται.Ωστόσο η "΄καλή χειρονομία" εκτιμάται δεόντως από το "κράτος".Η κομματική ΝΔ ,γκρινιάζει αλλά το Μαξίμου σιωπά.Οι ανακοινώσεις του Συριζα επιμελώς δεν αφορούν τον Σαμαρά αλλά την υποτιθέμενη , αυτόνομη ΝΔ.Ο Συριζα δεν έκανε καθόλου λάθος, ούτε αποδεικνύει ανεπάρκεια.Στα πλαίσια κινήσεων "εθνικής συνενόησης" πήγε να επιβάλει την "εθνικά ορθή" υποψήφια, αλλά τον πήραν είδηση.Την επόμενη φορά θα είναι πιο προσεκτικός,τον χρειάζεται η "πατρίδα".......

Η ανάλυση με προφανή "εσωτερική πληροφόρηση" εδώ

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Δώστε του εκπομπή στον 984 να τελειώνουμε.....

Ο 984 είναι ένας από τους σταθμούς που ακούω.Είναι ήρεμος, χωρίς φανφάρες .Μου φαίνεται το παρακάνει προς ένα λαικιστικό "αντιλαικισμό" αλλά είναι ευπρεπής γενικά.
Ωστόσο κάθε μέρα να βγάζει τον ίδιο καθηγητή κοινωνιολογίας , ως προσκεκλημένο, για να μας αναλύσει τη συγκυρία.
Ωραία τα λέει ο κύριος Παναγιωτόπουλος όντως, , αλλά το "στήσιμο" κάνει "κρα"
Αν ο 984 βρίσκει τόσο ενδιαφέροντα τον κύριο Παναγιωτόπουλο ας του δώσει εκπομπή αλλιως να καλεί και άλλους ως συνομιλητές.
Στο κάτω κάτω ο 984 δεν είναι μόνο των Αθηναίων "κεντροαριστερών"

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Ο δημιουργικός λόγος του Ν.Σεβαστάκη

 
 
Προκαταρτικό Σχόλιο
Σαν φρέσκο αεράκι που φυσά σε μια αιθολομίχλη συσκότισης ο λόγος του Ν.Σεβαστάκη
Για λόγους τάξεως έχω αφαιρέσει τον εισαγωγικό σχολιασμό του Βήματος
 
Πηγή "Το Βήμα"
 
 
Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;
«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».

Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;
«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».

Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...
«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».

Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;
«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

΄Γ. Παπασπυρόπουλος: Ο Συριζα, το Ποτάμι και η εξαέρωση "κεντροαριστεράς" και "κεντροδεξιάς"


Πηγή:Αριστερή Στροθοκάμηλος

Στις εκλογές του 2012, ένα κόμμα του 4-5% εκτοξεύτηκε στο 17% στις πρώτες εκλογές και στο 27% στις δεύτερες. Οι ψήφοι αυτοί δεν ήσαν δικοί του. Ήταν "αντιμνημονιακοί ψήφοι", ότι κι αν σημαίνει αυτό. Στα δυο χρόνια από τότε, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε αυτές τις ψήφους να τις κάνει δικές του, να τις σταθεροποιήσει γύρω του. Εκεί που πριν δύο χρόνια το να δηλώσει κανείς "ε, ναι, είμαι ΣΥΡΙΖΑ" ήταν συνήθως ένα αρνητικό ξέσπασμα κατά των δεινών της λιτότητας των μνημονίων που έφερε η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, καιρό τώρα η ταυτότητα "ΣΥΡΙΖΑ" όχι μόνο δεν προκαλεί αμηχανία αλλά είναι σχεδόν συστημική. Και στην παράσταση νίκης ένα 50-55% έχει σίγουρη την νίκη του κόμματος αυτού στις επόμενες εκλογές.

Η πορεία αυτή προκαλεί αναστάτωση στις τάξεις πολλών μετριοπαθών ανθρώπων του προοδευτικού φάσματος. Όσων τέλος πάντων δεν μπορούν να δουν στον ΣΥΡΙΖΑ την νέα κεντροαριστερά αλλά μόνο έναν προεκλογικό λαϊκισμό. Οι ίδιοι άνθρωποι κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ ως νέο ΠΑΣΟΚ (άρα και ως νέα κεντροαριστερά), αλλά το ζήτημα δεν είναι εκεί: τα ιμάτια του ΠΑΣΟΚ διαμοιράστηκαν σε όλο το προοδευτικό φάσμα, απλά ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την μερίδα του λέοντος. Το ζήτημα είναι αλλού:
ο ΣΥΡΙΖΑ πολεμώντας την απορρύθμιση δεν φαίνεται να προτείνει μια δική του ρύθμιση - κι έτσι, στα μάτια των συντεχνιών αλλά και των μεταρρυθμιστών, μοιάζει με πρεσβευτή του παλιού, της διατήρησης του κρατισμού, των προνομίων των βολεμένων συντεχνιών, της άρνησης αξιολόγησης των ΔΥ, των διορισμών.
Και είναι γεγονός ότι και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ δίνεται μια μάχη ανάμεσα στην πολιτική των αλλαγών και την πολιτική της συντήρησης (που εκφράζει το οριζόντιο δημοσιοϋπαλληλικό/συντεχνιακό στρώμα συμφερόντων που διαπερνά όλα σχεδόν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα) - αλλά στον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και προεκλογικά, οι δυο φωνές ακούγονται ηχηρά και αρκούντως διακριτά.

Η μεγάλη αμφιβολία, που δεν αφήνει τον ΣΥΡΙΖΑ να εκτοξεύσει τα ποσοστά του είναι ακριβώς αυτή: "κι αν υπερισχύσουν οι κρατιστές;"

Στον χώρο της λεγόμενης "κεντροαριστεράς", τον άδειο πολιτικά χώρο που αφήνει η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, αλλά και στον αντίστοιχο χώρο της "κεντροδεξιάς", κάθε απόπειρα δημιουργίας τρίτου πόλου έχει καταρρεύσει. Φαίνεται ότι πολιτικά, ο αριβισμός εν ονόματι του εκσυγχρονισμού, της ανανέωσης και άλλων αριστερόφωτων ή μεταρρυθμιστικών ιδεών έχει βυθιστεί στην απαξίωση:
ο κόσμος έχει ζήσει στο πετσί του την εκμετάλλευση από τους ημετέρους, την πελατειακή λογική και την αναπαραγωγή του κομματικού απαράτ που οι χώροι αυτοί υποκριτικά εδόξασαν στο όνομα της μεταρρύθμισης ή της επανεκκίνησης του κράτους.
Γι αυτό και η εμφάνιση ενός μη κομματικού μορφώματος όπως το Ποτάμι με εμπνευστή τον δημοσιογράφο Στ.Θεοδωράκη, έπνιξε κυριολεκτικά στην ροή του κεντροαριστερά και κεντροδεξιά, δίνοντάς τους την χαριστική βολή.

Το Ποτάμι προτείνει, έστω και γενικά, τα αυτονόητα - χωρίς όμως το βάρος της ύποπτης κομματικής παρουσίας ή του υφέρποντος καπελώματος των κομματικών. Η χρεοκοπία -παρά την τεράστια στήριξη από τα ΜΜΕ- του καπελωμένου εγχειρήματος των 58, οι συνεχείς "διασπάσεις του ατόμου", αποχωρήσεις και πρακτικά η διάλυση των Οικολόγων Πράσινων, της μη παλαιοκομματικής αρχικά "δημιουργίας ξανά", η συρρίκνωση της Δράσης με την αποχώρηση ιστορικών στελεχών της και η αδυναμία των κινήσεων συνεργασίας προοδευτικών/μεταρρυθμιστικών δυνάμεων απέδειξαν ότι το πρόβλημα είναι το παλαιό πολιτικό προσωπικό και οι μηχανισμοί παλαιοκομματικής νοοτροπίας των επαγγελματιών - και αυτοί βρίσκονται στο στόχαστρο των ενεργών πολιτών.

Το Ποτάμι δεν έχει το καλύτερα επεξεργασμένο πρόγραμμα - απλά δεν έχει κομματικά βαρίδια. Ξεκινά με ούριο άνεμο, όπως ξεκίνησε κάποτε η "δημιουργία ξανά!" με το ίδιο σύνθημα "πολιτική χωρίς πολιτικούς", και ο καθένας καταλαβαίνει ποιους εννοεί.
Το Ποτάμι δεν έχει ακόμη ...
μέλη με δικαιώματα, όργανα, μειοψηφίες και πλειοψηφίες - κι αυτό είναι μια προσωρινή ανακούφιση και μια ευκαιρία για τους πολίτες. Κάτι αδιανόητο για δημοκρατικό πολιτικό κόμμα, είναι αυτήν την στιγμή στα συν του... και δεν είναι τυχαίο: ο κόσμος βαρέθηκε την εκμετάλλευσή του από τους επαγγελματίες, τον συγκεντρωτισμό των κομμάτων της αριστεράς, τον αρχηγισμό των υπολοίπων. Φυσικά αργά ή γρήγορα θα γίνει το ιδρυτικό συνέδριο και θα αποτυπωθούν πολιτικά ρεύματα και συσχετισμοί εντός Ποταμιού - αλλά μέχρι τότε, η σχεδόν αυθόρμητη συμμετοχή, η εθελοντική παρουσία σαν "στο πλάι ενός φίλου", επιτρέπει να ξεδιπλώσουν οι συμμετέχοντες δημόσια την προσωπική τους εκδοχή των ακόμη γενικών θέσεων.

Είναι μια μεταβατική και ελπιδοφόρα φάση όσο κι αν καθορίζεται αποκλειστικά από την "ενός ανδρός αρχή" - παράξενη και αντιφατική εποχή...

Τι προσφέρει σήμερα η παρουσία του Ποταμιού;

  • Τον εξοβελισμό από την τρίτη, δημοσκοπικά έστω, θέση των νεοναζιστών.
  • Την οριστική παύση του αυτοματισμού αναζήτησης ενός κεντροαριστερού "τρίτου πόλου", ως ενός εκτός εποχής ιδεολογήματος και την απόσυρση από το προσκήνιο αρχηγοκεντρικών κομματικών μορφωμάτων της μεταπολίτευσης.
  • Την διαμόρφωση μιας δύναμης κυβερνητικής συνεργασίας με τον επερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ - και μαζί μια δύναμη ενίσχυσης των μη κρατιστικών δυνάμεων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ - ακόμη και μια πίεση στον "όλο" ΣΥΡΙΖΑ για παρουσίαση προτάσεων ρύθμισης, εναλλακτικών στην απορρύθμιση του νεοφιλελεύθερου κρατισμού της συγκυβέρνησης.
  • Και κυρίως την άσκηση πολιτικής κριτικής χωρίς δαιμονοποίηση του αντιπάλου, κάτι που έχει δηλητηριάσει σκόπιμα μέχρι σήμερα, την κοινή αναζήτηση λύσεων σε εθνικό επίπεδο.

Όλες οι δημοσκοπήσεις, παρά τον περιορισμό της διαύγειάς τους σε μικρό πλέον ποσοστό των ψηφοφόρων, δείχνουν την προϊούσα εξαέρωση όλων των χώρων όπου επικράτησαν των ενεργών πολιτών η κομματική νομενκλατούρα, οι μηχανισμοί και οι προσωπικές ατζέντες και φιλοδοξίες. ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, δημιουργία ξανά!, Δράση, Οικολόγοι Πράσινοι, ΑνΕλ.
Το δίδαγμα είναι ότι δεν είναι τόσο ζήτημα θέσεων όσο δημοκρατίας - κάτι που επί όλη σχεδόν την διάρκεια της μεταπολίτευσης υποβαθμιζόταν μπροστά στην ακτινοβολία των "θέσεων", της "ιδεολογίας" ή του "αρχηγού". Τίποτα από αυτά δεν ισχύει.
ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αντέχουν ως μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα που έχουν περάσει το υπαρξιακό κατώφλι ή κατώφλι αντοχής στις αναταράξεις. Η πρώτη διαθέτει την δύναμη του κράτους και της εξουσίας, ο δεύτερος αποτελεί την αναγκαία ιστορική ολοκλήρωση της μεταπολίτευσης. Και το Ποτάμι θα κριθεί εντέλει στην συγκρότησή του: εκεί όπου θα αποτυπωθούν σαφείς ιδέες κυβερνησιμότητας και τρόπος παραγωγής τους - δηλαδή εσωτερικής δημοκρατίας και σχέσης με τους εξωκομματικούς πολίτες.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Μαργαρίτα Γεράρδου Ευαγγελάτου (1930-2014)

Έφυγε σήμερα σε ηλικία 84 ετών μια παλιά δόξα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, η Μαργαρίτα Γεράρδου.

Η Μαργαρίτα Γεράρδου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου του 1930.

Σε ηλικία μόλις 20 ετών πρωταγωνίστησε στην ταινία σταθμό στον ελληνικό κινηματογράφο τα «Αρραβωνιάσματα» σε σκηνοθεσία Μαρίας Πλυτά (πρώτη ελληνική ταινία με γυναίκα σκηνοθέτιδα), μαζί με τον Αιμίλιο Βεάκη και τον Νίκο Τζόγια.

Στη συνέχεια είχε συνεχή παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε περισσότερες από 60 ταινίες δίπλα στους κορυφαίους Έλληνες ηθοποιούς, όπως οι Μάνος Κατράκης, Ντίνος Ηλιόπουλος, Παντελής Ζερβός, Θανάσης Βέγγος, Νίκος Ξανθόπουλος, Βασίλης Αυλωνίτης , Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Αλέκος Τζανετάκος και πολλοί άλλοι. Τελευταία της κινηματογραφική παρουσία ήταν το 2001 στην ταινία «Αλεξάνδρεια» της Μαρίας Ηλιού. Επίσης είχε σημαντική παρουσία στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε διάφορα έργα.
 
Στην τηλεόραση έπαιξε στο «Μια Αθηναία στην Αθήνα», στο «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο», «Οι Πανθέοι» και «Το τρίτο στεφάνι».
 
Παράλληλα είχε παρουσία στο εξαιρετικό «Θέατρο της Δευτέρας» παίζοντας στο «Λίβινγκ ρουμ» του 1976 σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη, σενάριο: Νίκου Γκάτσου (μετάφραση κειμένου) μαζί με Ματίνα Καρρά, Γιάννη Κάσδαγλη, Ηρώ Κυριακάκη κ.α. & «Το δίλημμα» του 1977, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Κωστελέτο, σενάριο Νίκου Μερλή μαζί με τους Νάσο Κεδράκα, Κώστα Σαντοριναίο, Τζένη Φωτίου κ.α.
Πηγή: www.athina984.gr

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ν.Σεβαστάκης: Στη ροή του Ποταμιού

Πηγή:Εφημερίδα Συντακτών

Από καιρό έχουν γίνει ορατά τα σοβαρά κενά στις πολιτικές της κρίσης, μνημονιακές και αντιμνημονιακές. Η πολιτική της λαϊκής οργής αποδείχτηκε ευάλωτη στον ιό του γενικευμένου αντικομματισμού και ενός ματαιωμένου εθνικισμού που ξέρει από απίθανες μεταμορφώσεις. Από την άλλη, ο «ορθόδοξος» μνημονιακός μεταρρυθμισμός πότισε καλά τις απορριπτικές τάσεις στο κοινωνικό σώμα και μαζί με αυτές, το διαιρετικό πνεύμα το οποίο εξασθενίζει και άλλο την όποια αίσθηση πολιτικής κοινότητας σε τέτοιους δύσκολους καιρούς.

Υπάρχει πλέον και ένα άλλο ενδεχόμενο. Αυτά τα ίδια τα κενά να εμφανιστούν ως «πρόταση» υπέρβασης των προηγούμενων κενών. H κόπωση, η βαρεμάρα, η ψυχική και συναισθηματική απόσχιση από το πολιτικό σύστημα να γίνουν παράγοντες του νέου πολιτικού σκηνικού. Με άλλα λόγια, η εδώ και τέσσερα χρόνια διαρκώς αναβαλλόμενη έκρηξη του συστήματος να ξεδιπλωθεί ως ασύντακτος κατακερματισμός και χαοτική διασπορά.

Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αυτήν ακριβώς την ευκαιρία. Προβάλλει ένα ύφος γύρω από το οποίο μπορεί να συναντηθούν, προσωρινά έστω, οι αμηχανίες και οι αμφιθυμίες ενός τμήματος της κοινωνίας. Σαν ένα προϊόν το οποίο αντιστοιχεί καλύτερα στη δεύτερη φάση της κρίσης: στην κόπωση από όλες τις πολιτικές φόρμες, αγωνιστικές και συναινετικές, και σε ένα μείγμα συμπονετισμού και μετα-ιδεολογικής ραστώνης.

Το εγχείρημα μπορεί να ξεθυμάνει ή και να έχει συνέπειες σε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων. Το σημαντικό όμως είναι ότι και τούτη η κίνηση αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής μας κρίσης. Ποια είναι η ουσία αυτής της κρίσης; Νομίζω κυρίως μία: ότι από τις μετωπικές διαιρέσεις γύρω από το Μνημόνιο και τις πολιτικές της λιτότητας δεν αναδύθηκε μια συνθετική, ενωτική και αληθινά προγραμματική αντίληψη για το δημόσιο συμφέρον. Ο πρώτος πολιτικός χρόνος της αγανάκτησης υποτάχτηκε στη λογική της άθροισης των δυσαρεσκειών και των επιμέρους αρνήσεων. Το σχήμα προσδοκίας είχε ως εξής: η ένταση του πόνου θα γεννούσε ένα κύμα αντίστασης και εν συνεχεία κατακλυσμιαίο πολιτικό αποτέλεσμα. Σε αυτή τη δεύτερη φάση, την περισσότερο αμήχανη παρά αποφασισμένη, η παραπάνω ιδέα φαίνεται να μη λειτουργεί στην πράξη. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον.

Εδώ λοιπόν οι τάσεις απόδρασης από τα «σκληρά» διλήμματα μπορεί να παρουσιάζονται ως μια κάποια, εύθραυστη βεβαίως, απάντηση. Η κυβέρνηση απαγγέλλει το ποίημά της: πρωτογενές πλεόνασμα, έξοδος στις αγορές, εξωστρέφειες, καινοτομίες κ.λπ. Η αξιωματική αντιπολίτευση αντιγυρίζει: ανατροπή της λαίλαπας των Μνημονίων και τέλος της λιτότητας και της ανθρωπιστικής καταστροφής. Και έρχεται ξάφνου κάποιος τρίτος μιλώντας για μια «πιο ωραία ζωή» ή για την «ευτυχία». Σαν να απευθύνεται, έτσι, σε εκείνα τα τμήματα των μεσοαστικών στρωμάτων που δεν βυθίστηκαν πραγματικά στην κρίση, αλλά παρέμειναν εν πολλοίς στον αφρό, σε μια κατάσταση αμήχανης κατάπληξης ή χλομής και πάντως όχι έξαλλης ενόχλησης.

Ας κάνουμε μια υπόθεση: για ένα τέτοιο ακροατήριο το κυρίαρχο δεν είναι ούτε η προγραμματική εμβάθυνση μιας πολιτικής πρότασης ούτε φυσικά η ιστορική δικαίωση μιας ταυτότητας αλλά κάποιες θετικές αλλαγές στη δημόσια ατμόσφαιρα και στο ύφος της ελληνικής ζωής. Υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας για το οποίο η ελπίδα δεν αφορά μια υπόσχεση για την πολιτική μας συλλογικότητα ούτε ακόμα για μια δικαιότερη ρύθμιση του κοινωνικού μας ζητήματος. Αυτό που κερδίζει εδώ την προσοχή είναι η πιθανότητα για επανεκκίνηση του ατομικού ονείρου σε ένα κάπως «φιλικότερο περιβάλλον» από το κατατονικό και ζοφερό πλαίσιο της ύφεσης.

Αλλά η κουβέντα περί «πιο ωραίας ζωής» δεν είναι τόσο ανώδυνη ή δίχως γενικότερη σημασία. Στη συγκεκριμένη στιγμή, το να κλείνει κανείς το μάτι σε μια διάθεση απόδρασης από τα υπαρκτά βαριά διλήμματα της οικονομίας και της πολιτικής φτιάχνει απλώς έναν πιο ζαχαρωμένο λαϊκισμό. Το δικαίωμα στην ευτυχία, στην εκδοχή που πάει να σχηματιστεί, αποσιωπά το κόστος το οποίο έχουν οι δημόσιες επιλογές ως επιλογές οι οποίες, αναγκαστικά, δεν μπορεί να αρέσουν σε όλους. Η εκπροσώπηση της «κοινής λογικής» μπορεί να είναι λοιπόν άλλο ένα πλήγμα στην αντιπροσωπευτική μας δημοκρατία: σαν ένα είδος αίρεσης φτιαγμένης όμως από πολλές μικρές συμβατικότητες φιλελεύθερες, αριστερές, νεοφιλελεύθερες ή «πατριωτικές» (γιατί όχι;).

Νομίζω πάντως ότι το πολιτικό πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι η διαμάχη παλαιού και μοντέρνου, μπαγιάτικου και φρέσκου. Οπως και στο παρελθόν με τον εκσυγχρονισμό, έτσι και τώρα με τις προσπάθειες για ένα «υπερβατικό» άλμα στην πολιτική, ο κίνδυνος είναι ένας: να ξαναδοκιμάσουμε πολύ συμβατικές και ρηχές ιδέες στο όνομα της ρήξης με το παρελθόν και της «νέας απαρχής». Η αδυναμία των κυρίαρχων της θεσμικής πολιτικής μας τάξης να διαβάσουν τη συγκυρία και κυρίως να εκθέσουν με παρρησία εναλλακτικές αφηγήσεις του κοινού καλού πέρα από την άθροιση των αντιστάσεων (ριζοσπαστική Αριστερά) ή των προσαρμογών («μνημονιακός» μεταρρυθμισμός) μεγεθύνει το κενό. Και επειδή πάντα η κάλυψη του κενού είναι δύσκολη υπόθεση χωρίς πολιτική, ο κίνδυνος είναι η ίδια η ελαφρότητα να παρουσιαστεί ως διέξοδος από τα αδιέξοδα. Σε αυτή την περίπτωση, το μέλλον προς μια «Αριστερά» με κόμματα πειρατών και μια «Δεξιά» με κόμματα αθλητικών παραγόντων ή μεγαλοεπιχειρηματιών θα έλθει ακόμα κοντύτερα.

……………………………………………………………………………………………….

H συναίνεση οικοδομείται στα ψιλά γράμματα και στις σιωπές

H συναίνεση οικοδομείται στα ψιλά γράμματα.
 
Οι υπο αλλαγή διοίκησης , σύμφωνα με το σενάριο Δραγασάκη, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς, κάνουν αύξηση κεφαλαίου σαν να μη τρέχει τίποτα.Η "ριζοσπαστική" αντιπολίτευση του "κοινωνικού ελέγχου του τραπεζικού συστήματος" επιβάλει σιωπητήριο.Σύμφωνα με την ανάλυση του Συριζα οι ψυχοπαθείς μέτοχοι των τραπεζών βάζουν τα λεφτά τους στις 24 Μαρτίου για να τα χάσουν στις 25 Ιουνίου, μετά την εκλογική κατάρρευση της Κυβέρνησης στις ευρωεκλογές και τις εκλογές αμέσως μετά και την νίκη του αυτοδύναμου Συριζα.Επειδή οι μέτοχοι είναι άπληστοι αλλά τόσο ψυχοπαθείς δεν είναι, το συμπέρασμα είναι αυτονόητο.Καταρρεύσεις, κοινωνικοί έλεγχοι κλπ ανήκουν στο ρεπερτόριο της πολιτικής κουζίνας για το "λαό" ενώ για τα υψηλά της πολιτικής οικοδομείται καθημερινά μια καραμπινάτη συναίνεση.Ευτυχώς.........
 
 
Το ρεπορτάζ είναι από το Capital.Ανακοίνωση του Συριζα δεν υπάρχει ούτε στο υποσυνείδητο του Μηλιού.Τρελλός είναι;
 
Του Γιάννη Αγγέλη

“Είναι σημαντικό για την Ευρώπη τα “καλά νέα” να έρχονται αυτή την στιγμή από την Ελλάδα” σχολίασε στο Capital.gr χθες βράδυ αρμόδιος υπηρεσιακός παράγοντας της Κομισιόν, από τον οποίο ζητήθηκε να αξιολογήσει τις επιτυχείς καλύψεις των ΑΜΚ της Alpha Bank και της Τράπεζας Πειραιώς.

Ο ίδιος παράγοντας επισήμανε επίσης στο Capital.gr την χρονική σύμπτωση των “συστάσεων” Ντράγκι, με τις οποίες ζητά από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, να προχωρήσουν σε πράξεις ανακεφαλαιοποίησης πριν από τα stress test του φθινοπώρου και τον “συντονισμό” των ελληνικών τραπεζών από τις οποίες ήδη οι δύο εξ αυτών έχουν αρχίσει να υλοποιούν τις ΑΜΚ.

Στο ίδιο κλίμα και με εμφανή ικανοποίηση αντιμετωπίζουν το γεγονός και στην ΕΚΤ, αν και από την πλευρά αυτή αναφέρεται ότι δεν ήταν έκπληξη το ύψος των προσφορών και η υπερκάλυψή τους.

Για την Τράπεζα Πειραιώς οι πληροφορίες του Capital.gr αναφέρουν υπερκάλυψη κάτι περισσότερο από μιάμιση φορά, όσο δε για την τιμή υπολογίζεται ότι αυτή θα είναι κατά τι υψηλότερη του 1,72 – 1,73.

Από την ΑΜΚ – όπως θα προταθεί στην Γενική Συνέλευση – το 90% θα διατεθεί σε νέους επενδυτές (που ήδη έχουν επιλεγεί μεταξύ των προσφορών) και το 10% στο εγχώριο κοινό με δημόσια προσφορά.

Την Παρασκευή οι δύο Γενικές Συνελεύσεις θα ορίσουν τους ειδικούς όρους και τα χρονοδιαγράμματα ώστε να δρομολογήσουν τις διαδικασίες ολοκλήρωσης των ΑΜΚ.

Το κλίμα που έχει δημιουργηθεί πάντως από το αποτέλεσμα που πέτυχαν οι δύο τράπεζες δημιουργεί κατά γενική ομολογία καλές προϋποθέσεις για την επιτυχή και ταχεία κατάληξη των διαδικασιών κεφαλαιακής ενίσχυσης τόσο των δύο άλλων συστημικών τραπεζών, της Eurobank και της Εθνικής Τράπεζας, όσο και των ΑΜΚ της Τρ. Αττικής και της Γενικής.

Όπως αναφέρουν στελέχη του ΥΠΟΙΚ, μέσα στα επόμενα 24ωρα θα έχει λήξει και το πρόβλημα του νέου Νόμου για το ΤΧΣ ώστε να δρομολογηθεί απρόσκοπτα η ΑΜΚ της Eurobank.

Για την Εθνική Τράπεζα οι επιλογές θα είναι διαφορετικές, καθώς όπως έχει γράψει το “Κ” η απόφαση για την κάλυψη των αναγκαίων κεφαλαίων προβλέπει την έκδοση μετατρέψιμου ομολογιακού με το οποίο θα καλυφθεί το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων.

Είναι όμως πολύ πιθανό έως και βέβαιο ότι η έκδοση αυτή θα ακολουθήσει εκείνη του ΥΠΟΙΚ για την έκδοση ομολογιακού δανείου το αργότερο σε ένα περίπου μήνα.

Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η ταχεία κινητοποίηση των διοικήσεων των τραπεζών σε μεγάλο βαθμό έχει επηρεασθεί από την διακριτική παρέμβαση της DGComp του κ. Αλμούνια, ο οποίος όπως είχε επισημάνει στο φύλλο του περασμένου Σαββάτου το “Κεφάλαιο” (Πως θα μαζέψει τα κεφάλαια που χρειάζεται η Εθνική), είχε επιστήσει την προσοχή τόσο στο ΥΠΟΙΚ όσο και στις τράπεζες ότι οποιαδήποτε προσφυγή για κάλυψη κεφαλαίων από το ΤΧΣ θα αντιμετωπισθεί από την DGComp υπό το πρίσμα των κριτηρίων ελέγχου “κρατικής χρηματοδότησης” με ότι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει...

Η “διευκρίνιση” αυτή έχει υποχρεώσει ΥΠΟΙΚ και τράπεζες να στραφούν καθ΄ ολοκληρίαν σε αναζήτηση ιδιωτικών κεφαλαίων καθώς οποιαδήποτε εμπλοκή κρατικής χρηματοδότησης επιφέρει την ενεργοποίηση των κανόνων bail-in που στην ελληνική περίπτωση θα ενέπλεκε τους ομολογιούχους δανειστές των τραπεζών πριν από την εκ νέου εκταμίευση κεφαλαίων από το ΤΧΣ.

Η παρέμβαση αυτή άλλωστε ...διευκόλυνε στο να ξεπερασθούν οι επιφυλάξεις για το αν και πόσο θα προκαλέσει dilution στους παλιούς μετόχους (ΤΧΣ) η κάθε ΑΜΚ.

*Διαβάστε ακόμη:
- Ολοκληρώθηκε επιτυχώς και η ΑΜΚ της Τράπεζας Πειραιώς
Ακολουθήστε το Capital.gr στα Social Media

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

'Εθνος και Αριστερά



Έθνος και Αριστερά
Η Σία Αναγνωστοπούλου, καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και o Γρηγόρης Ανανιάδης, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, συζητούν για το έθνος και την Αριστερά, σε μια ακόμα εκπομπή του κύκλου Θεωρία στον Αέρα, που φιλοξενεί το Κόκκινο 105.5 με τη στήριξη του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Τη συζήτηση συντονίζει ο Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
To ηχητικό αρχείο εδώ                                                                                                                 
 


Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

ΤΕΕ: Ασκήσεις «μεγάλου συνασπισμού» ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ;

Ανεξάρτητα από την οπτική του 902, το γεγονός είναι αμίληκτο και ελπιδοφόρο.Το Compromesso Storico a la Ελληνικά αναδύεται
 
 
 
 
Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στο ΤΕΕ τόνιζε εμφατικά σε ανακοίνωσή της την απόλυτη δέσμευσή της ότι τάχα «δε θα διεκδικήσουμε καμία θέση στη διοίκηση του ΤΕΕ σε σύμπραξη είτε με τη ΔΗΣΥΜ είτε με τη ΔΚΜ», στην ίδια γραμμή με τους σημερινούς αφορισμούς του ΣΥΡΙΖΑ για το ενδεχόμενο μιας συγκυβέρνησης με την ΝΔ.
 
Ωστόσο, στις σχετικές διαδικασίες που έγιναν στις 15 και 16 Μάρτη η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στο ΤΕΕ, η «Ριζοσπαστική» Πρωτοβουλία Μηχανικών μαζί με την Δημοκρατική Κίνηση Μηχανικών (ΔΚΜ) της Νέας Δημοκρατίας «κατέβασαν» κοινή υποψηφιότητα, την αντιπρύτανη του ΕΜΠ, Τόνια Μοροπούλου, προερχόμενη από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, για τη θέση του πρόεδρου της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ (κάτι σαν τη «βουλή» των μηχανικών), κόντρα στον έτερο υποψήφιο που υποστηριζόταν από την «ΕΛΙΑ» του ΤΕΕ και από διάφορες άλλες δυνάμεις, ο οποίος τελικά αναδείχθηκε πρόεδρος της Αντιπροσωπείας μετά από τρεις ψηφοφορίες.
 
Αυτή η τακτική συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ στο ΤΕΕ δεν είναι καινούργια, κάτι που αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για συγκυριακούς χειρισμούς του ενός ή του άλλου συνδικαλιστή του στο χώρο, αλλά αντίθετα συνιστά χαρακτηριστικό γνώρισμα του οπορτουνιστικού χώρου. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ διοίκησαν το ΤΕΕ από το 2003 μέχρι το 2009, τοποθετώντας τον Γ. Αλαβάνο στη θέση του προέδρου του ΤΕΕ.
 
Την πρώτη περίοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ «συγκυβερνούσε» το Τεχνικό Επιμελητήριο σε συμμαχία με τις δυνάμεις της ΝΔ. Ο Γ. Αλαβάνος ήταν πρόεδρος του ΤΕΕ, ενώ αντιπρόεδρος και γενικός γραμματέας του κεντρικού οργάνου διοίκησης ήταν από το χώρο της ΝΔ, ενώ υποψήφια πρόεδρος από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, αντίπαλος τότε του Γ. Αλαβάνου, ήταν η Τόνια Μοροπούλου, που σήμερα προκρίνεται ως η «ριζοσπαστική» υποψήφια από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Στη συνέχεια, τη δεύτερη περίοδο, «ο λύκος άλλαξε την προβιά του» και τις συμμαχίες του και η δεύτερη συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στη διοίκηση του ΤΕΕ ήταν σε συμμαχία με τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ.
 
Θα μπορούσε φυσικά κανείς να αποδώσει αυτόν τον χωρίς αρχές συνδικαλισμό που διακρίνει τον ΣΥΡΙΖΑ στο ΤΕΕ διαχρονικά μόνο σε συμμαχίες που διαμορφώνονται στη «βάση της καρέκλας».
Ωστόσο και αυτή η ανάγνωση της πραγματικότητας είναι λειψή, βλέπει το δένδρο και χάνει το δάσος. Η «κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» στο ΤΕΕ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην προώθηση της επίθεσης ΕΕ - άρχουσας τάξης στα δικαιώματα των εργαζόμενων μηχανικών, όλο το προηγούμενο διάστημα, στο Ασφαλιστικό, στην προώθηση της πολιτικής της ΕΕ για την απελευθέρωση, στη στάση της απέναντι στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα στο χώρο των μηχανικών. Αναφέρουμε, ως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση, τις τεράστιες ευθύνες της διοίκησης Αλαβάνου για την προώθηση της επίθεσης στο μέτωπο του Ασφαλιστικού.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη διάρκεια της κυβέρνησής του στο ΤΕΕ, προώθησε αποφασιστικά, μαζί με όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις του ευρωμονόδρομου, το νόμο 3518/2006 που καθιέρωνε την ανταποδοτικότητα στην Κοινωνική Ασφάλιση στο ΤΣΜΕΔΕ, απότοκο των οποίων είναι οι σημερινές τεράστιες ασφαλιστικές εισφορές των μηχανικών, το γεγονός ότι το 50% των μηχανικών είναι ανασφάλιστοι, το τζογάρισμα των αποθεματικών του ΤΣΜΕΔΕ στο χρηματιστήριο. Οι αυξήσεις που προωθούνται απ’ τη σημερινή συγκυβέρνηση στις ασφαλιστικές εισφορές είναι με τη σειρά τους συνέχεια της πολιτικής της ανταποδοτικότητας, βάσει της οποίας το Ταμείο πρέπει να είναι αυτοχρηματοδοτούμενο και οι ασφαλισμένοι να «παίρνουν όσα δίνουν».
 
Οι τεράστιες ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ που δοκιμάσθηκε ως κυβερνητική δύναμη στο χώρο του ΤΕΕ είναι η καλύτερη απόδειξη του πραγματικού περιεχόμενου οποιασδήποτε διακυβέρνησης εντός των τειχών της ΕΕ και της εξουσίας των μονοπωλιακών ομίλων, με όσους επιθετικούς προσδιορισμούς και αν χρησιμοποιεί... Τόσο η διοίκηση Αλαβάνου, η μετέπειτα διοίκηση από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι προηγούμενες, ήταν με τον αντίπαλο, προωθούσαν την πολιτική της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό άλλωστε και η Πανεπιστημονική, οι ταξικές δυνάμεις στο χώρο του ΤΕΕ, δεν πήρε το μέρος κανενός στη συγκεκριμένη διαπάλη.
 
Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί όλους τους εργαζόμενους να τον ψηφίσουν για να έρθει η «ανατροπή». Η ζωντανή πείρα από τη στάση του στο ΤΕΕ όλο το προηγούμενο διάστημα αποκαλύπτει πως η πολιτική που θα ακολουθήσει δεν θα είναι και δεν θα μπορούσε να είναι φιλολαϊκή.
Η συμμαχία του με την ΝΔ στο ΤΕΕ δεν αποτελεί «ιδεολογική υπέρβαση», «συμμαχία με τον αντίπαλο». ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ υπηρετούν τα ίδια αφεντικά και η συμμαχία τους στο ΤΕΕ μάλλον αποτελεί «πρόβα τζενεράλε» για τη «μεγάλη συγκυβέρνηση» ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ που δεν πρέπει να εκπλήξει κανέναν όταν θα έρθει…

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Ουκρανία: Η αναγέννηση του Λενινισμού (?)


Πηγή:Stalin's Moustache

Did the Ukrainian far right deploy a Leninist party structure to seize power? Four models have been deployed in analysis.
1. It was simply a peaceful protest by concerned citizens who wanted peace, prosperity and freedom. To do so they had to overthrow an evil ‘dictator,’ planted there by ‘the Kremlin’ (note the use of that term and all its evocations). He robbed billions for himself and his cronies and lived in a ‘presidential palace.’
2. It was the deployment by Washington of the ‘hybrid Color Revolution-Arab Spring regime change template.’ In this case, Washington outsources ‘regime change’ by channelling funds through NGOs that then find their way into arms for militant groups. This has happened in the earlier ‘Orange Revolution’, in Serbia, in the Arab Spring uprisings, and is happening today in Venezuela. It also took place in the Ukraine.
4. Was it Gene Sharp’s model, which was also used by the Occupy movement to a limited extent.
a) Seize a central square and organise a mass peaceful sit-in.
b) Speak endlessly of the danger of violent dispersal.
c) If the government does nothing, provoke bloodshed by attacking government forces.
d) Scream blue murder to anyone who will listen and proclaim ‘martyrs’ from government repression.
e) The government is horrified and paralysed.
f) The government falls.
g) New powers take over.
Shamir adds that you need the ‘masters of discourse’ on your side, namely, the Western mainstream media which has been stunningly one-sided. This approach does not preclude outside assistance (model 2). The key here is that the movement involves a coalition of liberals and fascists, the former for the friendly face and the latter for fire power. It enables one to claim that the movement is ‘complex’ (ultimately everything is ‘complex,’ even Adam and Eve). Once again, this model is proposed for all those recent movements.
4. Or is it perhaps an example of the continued validity of the Leninist party structure? Here I mean the form rather than the content of an approach to revolutions that was first perfected by the communists in Russia – although this does not preclude elements from items 2 and 3 (see earlier). In this case, you develop both legal and illegal sections of the party. The legal section enables you to propagate your views, while the illegal section foments revolution. The social situation has to be nearly catastrophic, with rampant unemployment, economic collapse, a weak and wavering government, so that plenty of disaffected people may be attracted to your cause. You also develop a military wing, which the Bolsheviks first realised as they prepared for revolution. The illegal section of the party is able to obtain arms and enable training of the militants. It matters little how you obtain arms, whether through ‘expropriations’ (Stalin was a master at this) or through external funds (see #2 above). Then you seize the moment, when others are clamouring for change.
Obviously the content is different, for the Ukrainian coaltion of parties is dominated by neo-fascist groups, but I would suggest that they have borrowed the Leninist model. After all, this is in their political history. Significantly, it reveals the continued viability of the Leninist model precisely when many on the Left had decided it was no longer viable.
But now the comparison falls short; or rather, the Ukrainian fascists have failed the follow the model to its full extent. First, they never gained mass support and had to rely on other groups that they sought to bully in their direction. In Ukraine, of course, they were never going to get support in the eastern regions, where protests are ongoing against the seizure of power, and where places like Crimea have rejected the revolution completely. Second, they missed the crucial need to prepare an adequate armed force to deal with those who want to defeat you. Enter Putin.

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Libertarians & Marxism

 
 
Bryan Caplan says:
The view that money has a major effect on happiness is ideologically convenient for me. But it goes against first-hand experience, the wisdom of the ages, and the rightly interpreted empirical evidence. So to hell with ideological convenience.
I find this admirable, but puzzling. A libertarian surely doesn't need a view on which goods (other than freedom) makes us happy. All he needs is a framework in which people are free to pursue whatever ends we want - whether those ends be money or whatever. As Robert Nozick wrote:
Utopia will consist of utopias, of many different and divergent communities in which people lead different kinds of lives under different institutions.
I fear, though, that there's a reason why libertarians might find it convenient to think that money makes us happy. It's because actually-existing capitalism does not give us Nozick's Utopia, which means there's a tension between supporting liberty and supporting capitalism. If, however, you think that money gives us happiness, then this tension weakens.
Here's what I mean. Capitalism has totalitarian tendencies, in the sense that it squeezes out (other) utopias. For example:
- Most of don't have outside options; we can't live off our savings or inheritances or on our smallholding. We are therefore compelled by circumstance to enter into capitalist relations to earn our living. This curtails our freedom to pursue other lifestyles, such as a love of arts and music or caring for others.
- Capitalism requires a big and cheap labour supply. It is therefore antagonistic to policies which might give us real freedom to opt out of the labour force, such as a basic income.
- Capitalist employment relations can be oppressive and alienating.
- As Richard Sennett has suggested, flexible capitalism can undermine stable communities.
- Capitalism contains a deskilling process not only in the workplace, but also in leisure skills; commodification tends to crowd out traditional skills such as music and cookery.
- Capitalism prioritizes the goods of effectiveness (money and power) over those of excellence. This creates a society of "trampling, crushing, elbowing, and treading on each other's heels", which many of us would prefer not to live in.
These tendencies are awkward for a right-libertarian wanting to defend actually-existing capitalism. So, what can he do? One line of attack is to say - with much justification - that capitalism has provided more freedom (both formal and substantial) for more people than any hitherto-existing form of society. But this runs into the Marxian objection that a post-capitalist society could do even better.
This leaves Bryan's instinctive answer. If you believe that money makes us happy, then you can argue that, in depriving us of alternative lifestyles but delivering the physical goods, capitalism isn't really imposing much of a loss upon us, because it's giving us what makes us happy, what we'd choose anyway.
There is, though, a third option here. It's to recognize that capitalism and real freedom aren't wholly compatible, and to look for economic institutions - of which a basic income is one - which better promote freedom. Libertarianism and Marxism have much in common.

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Διάλογος και αντιρρήσεις προς τον A.Badiou για το ζήτημα του κράτους του Israel

 
 
To ζήτημα της Εβραικής ταυτότητας , η ηθική νομιμοποίηση του κράτους του Ισραήλ συμπυκνώνουν μια σειρά από θεμελιακά ζητήματα της εποχής.Οποιαδήποτε διαπραγματεύση αναγκαστικά ενσωματώνει τις τρέχουσες ιδεολογικές, φιλοσοφικές, γεωπολιτικές, στρατηγικές συγκρούσεις.
 
Ακολουθούν δυο σχετικά κείμενα:
 
Το πρώτο είναι η αντίληψη του A.Badiou το οποίο θεμελιώνει μια "αριστερή" κριτική για το κράτος του Ισραήλ , η οποία βασίζεται στην συνολική κριτική του AB για τις "ταυτότητες".
 
Το δεύτερο είναι μια κριτική στον ΑΒ η οποία διακρίνει ασυνέπεια σε σχέση με το ίδιο το κριτήριο του.Προέρχεται από τον ιστότοπο Preserve Egalitarianism.
 
 
 
For the last couple of decades, the intellectual situation in France has been marked by countless discussions about the status to be accorded to the word "Jew" within the divisions of thought.

Undoubtedly, this has to do with the suspicion, based on some indubitable facts and some contrived ones, that anti-Semitism has made a "return". But had it ever disappeared? Or is it not rather crucial to see that a considerable change has taken place in the nature of anti-Semitism's forms, criteria and inscription in discourse over the last thirty years? Recall that in 1980, after the attack on the synagogue in rue Copernic, the prime minister in person, and in all calmness, distinguished between those victims who had gone to worship and the "innocent French" {sic} who were only passing by. Besides distinguishing between Jews and French with a kind of false concern, the good Raymond Barre appeared to mean that a Jew blindly targeted by an attack must be guilty in some way or other. People said it was a slip of the tongue. Instead, this amazing way of looking at the situation disclosed the subsistence of a racialist subconscious directly from the 1930s. Today, as regards the uses of the word Jew', such discriminatory confidence would be inconceivable at the level of the state, and one can only be unreservedly glad of it. Calculated anti-Semitic provocations and false discriminatory naivety, such as denials of the existence of gas chambers or the Nazi destruction of the European Jews, have today been taken in by, or confined to the extreme right. So, although it is quite incorrect to say that anti-Semitism has disappeared, it is fair to maintain that its conditions of possibility have altered, to the extent that it is no longer inscribed in any sort of natural discourse, as was the case during Raymond Barre's time. In this sense, Le Pen, in France, is the somewhat jaded custodian of a historical anti-Semitism that public opinion of the 1930s accepted as entirely commonplace. All in all, it may well be that this new sensitivity to anti-Semitic acts and inscriptions is a basic component of the diagnosis that anti- Semitism has made a 'return'. Thus this return might for a large part be simply an effect of a significant and favorable lowering of the threshold at which public opinion no longer tolerates this sort of racialist provocation.

Below, I shall return to the issue of the birth of a new type of anti-Semitism, one articulated on conflicts in the Middle East and the presence, in France, of large minorities of workers of African extraction and of Muslim persuasion. For now, suffice it to say that the existence of this type of anti-Semitism is not in doubt, and that the zeal with which some deny its existence - generally in the name of supporting the Palestinians or the working-class minorities in France - is extremely harmful. That being the case, it doesn't seem to me that the data, which are freely available, are such that they justify raising a full alert, although it should be clear that, on such questions, the imperative of vigilance admits of no interruption.

What constitutes the point of departure for the present collection, [1] what has sparked its existence, is not the obviousness of anti-Semitisms, old and new. It is a debate with further-reaching consequences, or rather a debate that is to be settled beforehand, including by those who agree that the slightest anti-Semitic allusion is not to be tolerated. Indeed, what is at issue is to know whether or not, in the general field of public intellectual discussion, the word "Jew" constitutes an exceptional signifier, such that it would be legitimate to make it play the role of a final, or even sacred, signifier. It is evident that tackling the eradication of forms of anti-Semitic consciousness is done differently, and with a different subjectivity, depending on whether we consider these forms of consciousness to be essentially different to other forms of racial discrimination (e.g. to anti-Arab sentiments or to the segregating of blacks to their communitarian activities); or whether - given certainly distinct and irreducible historicities - we consider that all forms of racist consciousness alike call for the same egalitarian and universalist reaction. Further, this shared repugnance of anti- Semitism must be distinguished from a certain philo-Semitism which claims not only that attacking Jews as such amounts to criminal baseness but that the word "Jew", and the community claiming to stand for it, must be placed in a paradigmatic position with respect to the field of values, cultural hierarchies, and in evaluating the politics of states.

Suffice it to say that, regarding the question of old and new anti-Semitisms and the process of eradicating them, there are two conflicting approaches, where what is at issue is to know what a contemporary universalism might consist in and whether it is compatible with any kind of nominal or communitarian transcendence.

Today it is evident that a strong intellectual current, featuring bestselling publications and considerable media impact, indeed maintains that the fate of the word "Jew" lies in its communitarian transcendence, in such a way that this destiny cannot be rendered commensurable with those of other names that, within the registers of ideology, or of politics, or even of philosophy, have been subject to conflicting assessments.

The basic argumentation, of course, refers to the extermination of European Jews by the Nazis and their accomplices. In the victim ideology that constitutes the campaign artillery of contemporary moralism, this unprecedented extermination is held to be paradigmatic. In and of itself the extermination would underpin the political, legal and moral necessity to hold the word Jew above all usual handling of identity predicates and to give it some kind of nominal sacralization. The progressive imposition of the word Shoah to designate what its most eminent historian, Raul Hilberg, named, with sober precision, "the destruction of the Europe an Jews" can be taken as a verbal stage of this sacralizing of victims. By a remarkable irony, one thereby comes to the point of applying to the name "Jew" a claim that the Christians originally directed against the Jews themselves, which was that "Christ" was a worthier name than all others. Today it is not uncommon to read that "Jew" is indeed a name beyond ordinary names. And it seems to be presumed that, like an inverted original sin, the grace of having been an incomparable victim can be passed down not only to descendants and to the descendants of descendants but to all who come under the predicate in question, be they heads of state or armies engaging in the severe oppression of those whose lands they have confiscated.

Another approach to this type of fictive transcendence is historical. It claims to show that the Jewish question' has defined Europe since the Enlightenment era, such that there would be a criminal continuity between the idea Europe has of itself and the Nazi extermination, which is presented as the 'final solution' to the problem. Further, there would be a basic continuity between the extermination and European hostility to the State of Israel, the prime evidence for which would be the constant support - in my view really inconsistent, but let's leave that aside - the European Community gives to the Palestinians. Europe would be enraged by the fact that the "final solution" was defeated in the last act by the sudden appearance, on the balance-sheet of the war, of a Jewish state. As a result, there should be a legitimate distrust of everything Arab, for in starting out from support for the Palestinians we soon come to an undermining of the State of Israel, then from that undermining we come to anti-Semitism, and from this anti-Semitism to extermination - the logic, in short, has to be good.

I would like as far as possible to document a position utterly irreconcilable with the above assertions I will submit a position that is avowedly my own. On such issues, and taking account of the passions that inevitably emerge with every dispute over the power of a collective nomination, it is better to state straight away that one is only speaking for oneself, or, more precisely, in one's own name.

Obviously, the key point is that I cannot accept in any way the victim ideology. I clearly explained my position on this point in my little book Ethics in 1999. That the Nazis and their accomplices exterminated millions of people they called Jews does not to my mind lend any new legitimacy to the identity predicate in question. Of course, for those who, generally for religious reasons, have maintained that this predicate registers a communitarian alliance with the archetypical transcendence of the Other, it is natural to think that Nazi atrocities work in some way to validate in a terrible and striking paradox the election of the "people" that this predicate, so they say, gathers together. Furthermore, it would be necessary to explain how and why the Nazi predicate Jew', such as it was used to organize separation, then deportation and death, coincides with the subjective predicate under which the alliance is sealed. But for anyone who does not enter into the religious fable in question, the extermination brings to hear on the Nazis a judgement that is absolute and without right of appeal, without in any way establishing any supplementary value for the victims, other than a profound compassion. In passing, I submit that veritable compassion does not concern itself in the slightest with the predicates in the name of which the atrocity was committed. As such, it is all the more wrong-headed to think that an atrocity confers a surplus value on a predicate. Neither can an atrocity work to provide any kind of special respect to anybody who today expects to take shelter under such a predicate and demand exceptional status. Instead, from those limitless massacres, we should draw the conclusion that every declamatory introduction of communitarian predicates in the ideological, political or state field, whether criminalizing or sanctifying, leads to the worst.


Let me add something of a more affective note. It is wholly intolerable to be accused of anti-Semitism by anyone for the sole reason that, from the tact of the extermination, one does not conclude as to the predicate "Jew" and its religious and communitarian dimension that it receive some singular valorization - a transcendent annunciation! - nor that Israeli exactions, whose colonial nature is patent and banal, be specially tolerated. I propose that nobody any longer accept, publicly or privately, this type of political blackmail.

An abstract variation of my position consists in pointing out that, from the apostle Paul to Trotsky, including Spinoza, Marx and Freud, Jewish communitarianism has only underpinned creative universalism in so far as there have been new points of rupture with it. It is clear that today's equivalent of Paul's religious rupture with established Judaism, of Spinoza's rationalist rupture with the Synagogue, or of Marx's political rupture with the bourgeois integration of a part of his community of origin, is a subjective rupture with the State of Israel, not with its empirical existence, which is neither more nor less impure than that of all states, but with its exclusive identitarian claim to be a Jewish state, and with the way it draws incessant privileges from this claim, especially when it comes to trampling underfoot what serves us as international law. Truly contemporary states or countries are always cosmopolitan, perfectly indistinct in their identitarian configuration. They assume the total contingency of their historical constitution, and regard the latter as valid only on condition that it does not fall under any racialist, religious, or more generally "cultural", predicate. Indeed, the last time an established state in France believed it should call itself tile "French state" was under Pétain and the German occupation. The Islamic states are certainly no more progressive as models than the various versions of the 'Arab nation' were. Everyone agrees, it seems, on the point that the Taliban do not embody the path of modernity for Afghanistan. A possible of modern democracy then, is that it count everyone, without factoring in predicates. As the Organisation Politique says in relation to France's reactionary laws against undocumented workers; "Whoever is here is from here." There is no acceptable reason to exempt the State of Israel from that rule. The claim is sometimes made that this state is the only 'democratic' state in the region. But the fact that this state presents itself as a Jewish state is directly contradictory. We can say on this point that Israel is a country whose self-representation is still archaic.

Taking a different approach, I shall generalize the claim. I shall maintain that the intrusion of any identity predicate into a central role for the determination of a politics leads to disaster. This should be as I've already said, the real lesson to be drawn from Nazism. Since it was above all the Nazis who, before anyone else, and with a rare zeal for following through, drew all the consequences from making the signifier "Jewish" into a radical exception - it was, after all, the only way that they could give some sort of consistency, in their industrial massacre, to the symmetrical predication "Aryan", the particular vacuity of which obsessed them.

A more immediately relevant consequence is that the signifier "Palestinian" or "Arab" should not be glorified any more than is permitted for the signifier 'Jew'. As a result, the legitimate solution to the Middle East conflict is not the dreadful institution of two barbed-wire states. The solution is the creation of a secular and democratic Palestine, one subtracted from all predicates, and which, in the school of Paul who declared that, in view of the universal, "there is no longer Jew nor Greek" and that "circumcision is nothing, and uncircumcision is nothing" - would show that it is perfectly possible to create a place in these lands where, from a political point of view and regardless of the apolitical continuity of customs, there is "neither Arab nor Jew". This will undoubtedly demand a regional Mandela.

Lastly, there is no question of tolerating the anti-Jewish diatribes, uttered in the name of colonial guilt and the rights of Palestinians, that circulate in a number of organizations and institutions that are more or less dependent on identitarian words such as "Arab", "Muslim", "Islam"... This anti-Semitism could not be passed off with give-and-take for a progressivism that settles for little. Besides, we already know the story. At the end of the nineteenth century in France, certain "Marxist" worker organizations, notably of the school of Jules Guesde, saw nothing wrong with the vulgar anti-Semitism that was very widespread at the time. They thought that anti-Semitic affairs, and notably the Dreyfus affair, did not concern the working class, and that to engage in them would distract from the principal contradiction between bourgeoisie and proletarians. But it soon became obvious what fuelled this concern to stick to the "principal contradiction": in 1914, Jules Guesde, in the name of narrow-minded nationalism and a hatred of the Boches entered into the sacred union that organized the military butchery. One dialectic for another, it will be recalled that a correct treatment of the principal contradiction most often consists in publicly assuming responsibility for managing a "secondary" contradiction. Today, some among us are visibly tempted, in the name of the principal character of the contradiction between North and South, or between Arab peoples and American imperialism, to find all sorts of excuses for transforming (legitimate) opposition to the activities of the State of Israel into open and frank anti-Semitism, which is intolerable, and should not he tolerated. All the less so as the actions of progressive Israelis, who constantly show proof of a rare courage, have been crucial to advancing the situation in Palestine.

It's true enough that, to anyone wanting to eradicate such circumstantial anti-Semitism, it would be helpful if the State of Israel were no longer referred to as the "Jewish state", and it everywhere it was agreed that a strict separation should be maintained between, on the one hand, religious, customary and private uses of an identity predicate - the words "Arab" and "Jew" as much as "French" and, on the other, its political usages, which are always harmful.







The Word "Jew" and the Sycophant [2]

One could resist responding. One ought not to, perhaps. Or else, one could respond by looking at things from a bird's-eye view, as a very small symptom of the situation into which France has lapsed in recent times. Circonstances 3 is a book for which Cécile Winter and I alone take responsibility. Yet the violence of the reaction provoked by this book must he placed in its political context. The fact is that the situation in France today is dominated by an unprecedented reactionary offensive against workers of foreign origin, the adolescents of housing estates, children's schooling, the health of the poorest and weakest, women with different customs, workers' hostels, the mentally ill... Every day we have to put up with reading that absolutely criminal legislative measures are being concocted. 'Sarkozy' is the name of a rampant process by which, step by step, and with violence, entire sections of the population are relegated to a status deprived of rights, and are offered up to the police as internal enemies. In this context, it is important to ask the following question: what is the desire of the petty faction that is the self-proclaimed proprietor of the word "Jew" and its usages? What does it hope to achieve when, bolstered by the tripod of the Shoah the State of Israel and the Talmudic Tradition - the SIT - it stigmatizes and exposes to public contempt anyone who contend that it is, in all rigor, possible to subscribe to a universalist and egalitarian sense of this word? I will submit, then, that this is an extremist faction that harbors the same political intent as that dominating French parliamentarism today, one that is oriented towards identifying, separating off and persecuting people that the state itself has constituted as the enemies internal to the consensus. The petty group of which we speak forms the intellectual extreme right wing of this deadly orientation, that is, in so far as it takes a subjective form that, as a rule, is more negative (the anti-Palestinian, anti-Arab element is essential) than positive; in so far as its intellectual mechanism is inevitably obscurantist (primacy of particularities, restricted nationalism, racism, religiosity without God); and in so far as its polemical practices belong to the various established genres of senseless repression. Natacha Michel has already brought to my attention the fact that the procedures of this petty faction accumulate all the known historical genres of public denunciation. Engaging in juridical and statist denunciation, they demand that an end be put to our 'impunity'. Engaging in MacCarthyist-type denunciation, they say we are totalitarian Bolsheviks. Engaging in a latter-day Soviet-style denunciation, they diagnose the manifestation of various psychoses in our writings. Natacha Michel remarks, with a sad humor, 'On all sides, I have passed into the other camp.' Tins accumulation is significant; it leads one to wonder what it is this faction is protecting, what it so fears losing whenever its monopoly over the usage, normativity and correlative associations of the word 'Jew' is undermined.

I will make the hypothesis that the aggressive promotion of the triplet Shoah - Israel - Tradition, or SIT, as the only acceptable content of the word 'Jew', and the ignorant, stubborn, personalized violence directed against anybody who proposes a different mode of signification and circulation of the word, has to do with protecting a power: the power - very useful to the powers-that-be - of managing to subjugate this word to totally anti-working- class political and statist determinations, i.e., to a system of judicial and police control to which, little by little, everything that shows itself to be heterogeneous to the established consensus is subjugated, whether or not that heterogeneous element is already localized in organizations and actions, or is as yet only at the stage of the circulation of ideas. Further, that, in the constant use of a word that has been reduced to a sort of power of intimidation, it boils down to rallying the largest possible number of intellectuals in the world to the camp led by the Americans. In sum, it is about making the word "Jew" - assumed lo be untouchable because of its Shoah component; statist and pro-American because of its "Israeli" component; and vaguely spiritual because of its "Tradition" component - into the ideological shield and the intellectual referent of a new stage in the counter-revolution mat has been led in France by the nouveaux philosophes since the end of the 1970s, a stage that is now truly oppositional and supported by the services of state. By protecting their monopoly over the word 'Jew', it is hoped to eradicate for ever the very possibility of political universalism, of an equality of all particularist predicates, of a politics practiced by people who are here, irrespective of their origin. As soon as one threatens the stranglehold that the SIT triplet has over the destiny of the word "Jew" in language, in thought, and in historical life, as soon as one revives this word on the side of universal singularity and political emancipation, it constitutes a mortal attack on the faction's power to cause harm.

Once one has the measure of this attempt, one is tempted to disregard the satirical pamphlets of this or that mediocre employee of this faction. The extreme right has always utilized low-level informers in its organization, adventurers in writing who have had to run with the, hare and hunt with the hounds.

I wrote Circonstances 3 as I said before at my own risk, as one must nowadays, because I am disconcerted by seeing the word "Jew" associated - by intellectuals whose feebleness exasperates and misleads with the support that a large part of public opinion lends to odious policies. I know better, a thousand times better than the extremist faction, of the connection between the word "Jew" and the immense history of universal truths. In nullifying all the substantialist and racialist interpretations of it, in liberating it from any necessary connection to religious customs, in giving it a contemporary vivacity independent of fictitious narratives, in de-linking it from a slate which sticks it in the mud of imperial particularities; in sum, in liberating the word "Jew" from the triplet SIT, to which this faction tries to reduce it, I associate myself amicably with the work undertaken by many others, whether or not they lay claim to the predicate "Jew" by which a new force of the word can and will emerge. For the moment, 1 see it hardened, stunted, its flag moth-eaten by the forces of reaction. My profound hope is, as firmly slated in Circonstances 3, notably with respect to Udi Aloni's film Local Angel, that this word shall be reanimated, reinvented, revived in a cycle of truth-procedures. And first of all, without doubt, in Israel, where the implementation of a state or a country that is shared by all the people living there, whatever their customary predicates might be, would constitute the major landmark of such a revival.

Notes

[1] This collection was published as Circonstances 3: Portées du mot "juif", Paris: Leo Schéer, 2005.

[2] The complete version of this article of which the above is but an excerpt, appeared in Le monde on 02/02/06. It was written in response to Eric Marty"s "Alain Badiou: le futur d'une négation," in Les temps modernes, 12/05-01/06. A complete version of the article in English, translated by Steve Corcoran, appears in Badiou's Polemics, New York: Verso, 2006.

Badiou, Rosenzweig and the word “Jew”

i
Rate This

Quantcast

Mostly a thinking out loud post based on some visceral reactions, really. I have heard the charge of antisemitism directed at both Badiou and Zizek for sometime now, and while I’m not completely unsympathetic to such claims, they do tend to misinterpret and simplify both thinkers, which of course, have the effect of missing the mark completely. Now, in particular, with regards to Badiou and the term “Jew,” this seems to me to be an old problem of particularism vs universalism rather than the typical knee jerk reactions towards the state of Israel (see here and here). In this sense, it’s hard not to think of Isaac Deutscher, who remarked in a speech he gave to the World Jewish Congress in 1958:
Religion? I am an atheist. Jewish nationalism? I am an internationalist. In neither sense am I therefore a Jew. I am, however, a Jew by force of my unconditional solidarity with the persecuted and exterminated. I am a Jew because I feel the pulse of Jewish history; because I should like to do all I can to assure the real, not spurious, security and self-respect of the Jews.
Now because I’m without shame, here’s my original comment pertaining to the above passage. This is a very interesting response, and really, a very Jewish one. This begs a number of questions: Is it ever possible to reconcile ethnic fidelities with a commitment to “universal human emancipation? ” Is the only option to simply choose sides, that is, either a nationalist (particularism) or a “non-Jewish Jew” (universalism/cosmpolitanism)? But here’s the thing, if Judaism is a particular community/ethnicity/religion with a universal aims/goals/ramifications (e.g. a light unto the nations) to begin with then there is no choice to be made, the “Jew” as such would not have to choose either/or, but then again, perhaps I’m just not very dogmatic.
I still have the same response, but I often find myself feeling somewhat uncomfortable when I hear Badiou discussing these issues. In an article I dug up on lacan.com, “The Uses of the Word “Jew,”” Badiou writes this:
An abstract variation of my position consists in pointing out that, from the apostle Paul to Trotsky, including Spinoza, Marx and Freud, Jewish communitarianism has only underpinned creative universalism in so far as there have been new points of rupture with it. It is clear that today’s equivalent of Paul’s religious rupture with established Judaism, of Spinoza’s rationalist rupture with the Synagogue, or of Marx’s political rupture with the bourgeois integration of a part of his community of origin, is a subjective rupture with the State of Israel, not with its empirical existence, which is neither more nor less impure than that of all states, but with its exclusive identitarian claim to be a Jewish state, and with the way it draws incessant privileges from this claim, especially when it comes to trampling underfoot what serves us as international law.
But we need to back up a bit. Here’s an excerpt from the third paragraph of the article:
…what is at issue is to know whether or not, in the general field of public intellectual discussion, the word “Jew” constitutes an exceptional signifier, such that it would be legitimate to make it play the role of a final, or even sacred, signifier. It is evident that tackling the eradication of forms of anti-Semitic consciousness is done differently, and with a different subjectivity, depending on whether we consider these forms of consciousness to be essentially different to other forms of racial discrimination (e.g. to anti-Arab sentiments or to the segregating of blacks to their communitarian activities); or whether – given certainly distinct and irreducible historicities – we consider that all forms of racist consciousness alike call for the same egalitarian and universalist reaction. Further, this shared repugnance of anti- Semitism must be distinguished from a certain philo-Semitism which claims not only that attacking Jews as such amounts to criminal baseness but that the word “Jew”, and the community claiming to stand for it, must be placed in a paradigmatic position with respect to the field of values, cultural hierarchies, and in evaluating the politics of states.
Badiou spends some time detailing with victim ideology (see Ethics for a more in depth analysis):
…the fate of the word “Jew” lies in its communitarian transcendence, in such a way that this destiny cannot be rendered commensurable with those of other names that, within the registers of ideology, or of politics, or even of philosophy, have been subject to conflicting assessments. The basic argumentation, of course, refers to the extermination of European Jews by the Nazis and their accomplices. In the victim ideology that constitutes the campaign artillery of contemporary moralism, this unprecedented extermination is held to be paradigmatic. In and of itself the extermination would underpin the political, legal and moral necessity to hold the word Jew above all usual handling of identity predicates and to give it some kind of nominal sacralization. The progressive imposition of the word Shoah to designate what its most eminent historian, Raul Hilberg, named, with sober precision, “the destruction of the Europe an Jews” can be taken as a verbal stage of this sacralizing of victims. By a remarkable irony, one thereby comes to the point of applying to the name “Jew” a claim that the Christians originally directed against the Jews themselves, which was that “Christ” was a worthier name than all others. Today it is not uncommon to read that “Jew” is indeed a name beyond ordinary names. And it seems to be presumed that, like an inverted original sin, the grace of having been an incomparable victim can be passed down not only to descendants and to the descendants of descendants but to all who come under the predicate in question, be they heads of state or armies engaging in the severe oppression of those whose lands they have confiscated.
And here is Badiou–with a rather silly play on words–detailing another variation of this ideology:
It claims to show that the Jewish question’ has defined Europe since the Enlightenment era, such that there would be a criminal continuity between the idea Europe has of itself and the Nazi extermination, which is presented as the ‘final solution’ to the problem.
Ok. So Badiou is seeking to depart from this type of logic and posits a better approach:
I shall maintain that the intrusion of any identity predicate into a central role for the determination of a politics leads to disaster.
Badiou’s real polemic is directed towards the “petty faction” that is the “self-proclaimed proprietor of the word “Jew” and its usage” who rest their claims on a triad Badiou (again silliness) names “SIT,” that is, the Shoah, the State of Israel, and the Talmudic tradition. I actually think that the phrase “Talmudic tradition” Badiou uses without explanation is rather problematic, at best. I have no real idea what he means by it, what Badiou thinks it means, it’s just given as if these all mean one thing at all times. Now, to his credit Badiou has singled out “extremist” and right-wing factions that draw upon this trifecta to justify say, the aggression of the IDF, or I would say, more accurately, those settlers who actively fought the IDF when they came to evacuate all the settlements in the occupied territories last year or so. So, fine. In this context Badiou is able to claim:
I will make the hypothesis that the aggressive promotion of the triplet Shoah – Israel – Tradition, or SIT, as the only acceptable content of the word ‘Jew’, and the ignorant, stubborn, personalized violence directed against anybody who proposes a different mode of signification and circulation of the word, has to do with protecting a power: the power – very useful to the powers-that-be – of managing to subjugate this word to totally anti-working- class political and statist determinations, i.e., to a system of judicial and police control to which, little by little, everything that shows itself to be heterogeneous to the established consensus is subjugated, whether or not that heterogeneous element is already localized in organizations and actions, or is as yet only at the stage of the circulation of ideas. Further, that, in the constant use of a word that has been reduced to a sort of power of intimidation, it boils down to rallying the largest possible number of intellectuals in the world to the camp led by the Americans. In sum, it is about making the word “Jew” – assumed lo be untouchable because of its Shoah component; statist and pro-American because of its “Israeli” component; and vaguely spiritual because of its “Tradition” component – into the ideological shield and the intellectual referent of a new stage in the counter-revolution mat has been led in France by the nouveaux philosophes since the end of the 1970s, a stage that is now truly oppositional and supported by the services of state.
Now, I’m not going to argue against the logic or even accuracy of Badiou’s claim here. It’s unfortunate that there is this tendency. However, this starts to make me a bit uncomfortable:
By protecting their monopoly over the word ‘Jew’, it is hoped to eradicate for ever the very possibility of political universalism, of an equality of all particularist predicates, of a politics practiced by people who are here, irrespective of their origin. As soon as one threatens the stranglehold that the SIT triplet has over the destiny of the word “Jew” in language, in thought, and in historical life, as soon as one revives this word on the side of universal singularity and political emancipation, it constitutes a mortal attack on the faction’s power to cause harm.
While again, Badiou may be right, it smacks of the same problem Jews have faced throughout history, viz., the question of being a particular community with universal aims. Now, this got me thinking of some passages from Franz Rosenzweig’s Star of Redemption. These passages are found in the final part of the text. In the Star, Roseznweig argues that reality has three levels, the middle level is experience, which is described in Part 2, the ground of experience, if you will, are the primordial elements that are accessible only to reflective thought (Part I). Finally, the third part paints a picture seemingly beyond experience (only be inescapably involving it) of an ontology, which is derived from casting it through the topos of the sociology of religious life. Put differently, the progressive nature of the text moves from a mathematical system to a grammatical system to the organization of social signifiers (e.g. the form and content of the religious life of the congregation). The mathematical system in part I is inverted in the third part, this is to say that the sign of the collectivity of religious life is given to experience while the referent (the world of redemption) is outside of reality and is lived in anticipation, it is only signified through an intercession by the form of the collective religious life. Anyhow, here are the passages
There is only one community in which such a linked sequence of everlasting life goes from grandfather to grandson, only one which cannot utter the “we” of its unity without hearing deep within a voice that adds “are eternal”. It must be a blood-community, because only blood gives present warrant to the hope for a future (299, Hallo edition).
And later on:
For we have long ago been robbed of all the things in which the peoples of the world are rooted. For us, land and language, custom and law, have long left the circle of the living and have been raised to the rung of holiness. But we are still living, and live in eternity. Our life is no longer meshed with anything outside our selves. We have struck root in ourselves. We do not root in earth and so we are eternal wanderers, but deeply rooted in our own body and blood. And it is this rooting in ourselves and in nothing but ourselves, that vouchsafes eternity (305, Hallo edition).
The blood community does not connote an ethnic community and it always seemed to me that it is certainly meant symbolically and most likely, ontologically (given its intimate ties to temporality and time). For Rosenzweig, Judaism is the singular We that always already lives with God. The “people of Israel” are the temporal dwelling place for eternity. Outside of this “We” past and future are experienced as being divorced from each other. In Judaism, they “grow into one.” Rosenzweig outlines the philosophical ground for his claim that Jews alone are equipped to live within the experience of redemption, viz., “earthly eternity: and the collectivity of experience.” Community, for Rosenzweig, must hold onto neither land or politics, but somehow has to create a sense of eternity within itself. This yearning for ultimacy is folded into/within the horizon. So, the temporal community generates its own time and it indeed, self-grounding. Would Badiou not have a problem with this type of communitarian identity?
Here, I suspect is Badiou’s objection. For Rosenzweig, the Jews disassociation from actual power politics makes them a “community of fate” (322ff). Because of the blood community the Jews have a special temporality. All of this is to say this: through blood a community may will itself into a mode of redemption which is a mode of life, Rosenzweig calls this the “will to People.” The doubling of blood connotes temporality without territorial roots, it is a rooted unrootedness. On the other hand, blood generates permanence; much like law and scripture are eternally present. Jewish identity displays “rootededness in one’s own self” (305).
Yet, it would be good to recall that earlier Rosenzweig spent a good deal of time showing how the We banishes the You, so given Rosenzweig’s insistence on the address of the Psalms, it seems to me that we could follow Rosenzweig back into a theologically based theory of Jewish difference, which is manifested materially as exile. Rosenzweig’s non-liberalism, non (not anti) Zionism expresses the very same disillusionment with liberal assimilationist ideals that had driven many of his contemporaries into national political discources.
Finally, for Rosenzweig, to be fully who we are qua Jews, exile is a pre-requisite. It comprises the continual and necessary condition of Jewish being. The Jewish people are a remnant among the nations (404). Jews constitute the fire, the point, at the center of the star. Jewish exile is the temporal eternity of the persecuted remnant. Redemption is only possible in exile. Why would Badiou not take this tack?
Now, for Badiou, universalism is emancipatory. Behind this lurks a more rigorous philosophical claim is that in an event the (ethical) subject identifies the void of the situation as belonging universally within that situation. That is to say, conditioning the whole of it. Truth, according to Badiou, is always universal. Simply, a truth must be true for all. In a fake event, like the one claimed by the Nazis, the universality of the void is simply refused and the void becomes pushed onto an exceptional set of particular elements. In the idiotic logic of the Nazis the Jews filled this function and were then, quite literally (and violently) “voided” to rather deceptively assert “plenitude” instead of a void in a situation that determined that German Jews were nothing less than exceptions to the German Volk.
Given this, and what I’ve noted above, Badiou discerns a moral excess or prestige that can’t be severed from the word “Jew.” Moreover, because it refers to the suffering of Jews in the Holocaust, it participates (and here I would add it risks participating, in my view) in that very same logic of exclusion: that is, setting apart a subset of elements as exceptional and subject to its own moral “truthiness.”
Ok, all of this said. I find it hard to believe Badiou is in any way trying to minimize or make light of suffering. Nor do I read him as carrying out a critique of any sort of collective action in aimed towards justice. I’m not sure Badiou is providing ammunition for those who don’t believe in the state of Israel. That is, he doesn’t seem to be problematizing or arguing against the rights of Jewish people to live in Israel. I do take him to be saying something along these lines: violence, brutality and oppression are often nothing more than banal types of cruelties lurking behind the notions of good and evil, and as such, hold little, if any, relation to an event that transcends the situation. For Badiou, any actual political “good” is manifested out from a universalist “confession” of the Real of a “situational void,” and not a particularist transference of the void. Hence the now familiar (near) banality associated with Badiou: politics must be born from an ethical fidelity to a singular truth that manages to addresses the state of the situation and generate something novel with regards to that situation. Hence the conclusion to “Uses of the word “Jew:”
…because I am disconcerted by seeing the word “Jew” associated – by intellectuals whose feebleness exasperates and misleads with the support that a large part of public opinion lends to odious policies. I know better, a thousand times better than the extremist faction, of the connection between the word “Jew” and the immense history of universal truths. In nullifying all the substantialist and racialist interpretations of it, in liberating it from any necessary connection to religious customs, in giving it a contemporary vivacity independent of fictitious narratives, in de-linking it from a slate which sticks it in the mud of imperial particularities; in sum, in liberating the word “Jew” from the triplet SIT, to which this faction tries to reduce it, I associate myself amicably with the work undertaken by many others, whether or not they lay claim to the predicate “Jew” by which a new force of the word can and will emerge.
Ok, but my question: how is this at all helpful? I’ll be the first to agree that politics needs to be severed from religion, but Badiou’s “attack” on the locution “Jewish State” makes me a bit uncomfortable. Is it as simple as refusing the identity between “Jew” and “Israeli?” If that’s the case, Badiou is offering nothing particularly interesting here. And moreover, how does one rid the yucky components or associations of any word? Then again, to be suspicious, one might even ask why Badiou cares so much about this word “Jew” and the state of Israel? Certainly, there are other injustices out there too? I don’t know, but this smacks of the same type of frustration Luther had in his vitriol against the Jews when he found out they wouldn’t listen to him and convert…